Της Μαρίας Αναστασιάδη
Παρά το γεγονός ότι οι ΗΠΑ επιμένουν πως οι διαπραγματεύσεις με το Ιράν για τον τερματισμό της σύγκρουσης παραμένουν ενεργές, ακόμη και μετά τα πρόσφατα στρατιωτικά χτυπήματα, η Capital Economics εκτιμά ότι μια ενδεχόμενη συμφωνία δεν θα οδηγήσει απαραίτητα σε ισχυρή άνοδο των αγορών. Σύμφωνα με τον επενδυτικό οίκο, ακόμη κι αν υπάρξει αποκλιμάκωση της κρίσης και επαναλειτουργήσουν πλήρως τα Στενά του Ορμούζ, οι συνθήκες δεν ευνοούν ένα μεγάλο «ράλι ανακούφισης».
Οι αναλυτές εξηγούν ότι υπάρχουν τρεις βασικοί παράγοντες που περιορίζουν τις πιθανότητες σημαντικής ανόδου στις διεθνείς αγορές. Ο πρώτος αφορά τις τιμές της ενέργειας, οι οποίες εκτιμάται ότι δεν θα επιστρέψουν άμεσα στα επίπεδα πριν από την κρίση. Η παραμονή του ενεργειακού κόστους σε υψηλά επίπεδα συνεχίζει να ασκεί πίεση στις οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας, επηρεάζοντας αρνητικά τόσο τα νομίσματα όσο και τη συνολική οικονομική δραστηριότητα.
Ο δεύτερος λόγος σχετίζεται με τη νομισματική πολιτική των μεγάλων κεντρικών τραπεζών. Η Capital Economics θεωρεί ότι οι προσδοκίες για μειώσεις επιτοκίων μέσα στο έτος έχουν ουσιαστικά περιοριστεί, ακόμη και σε περίπτωση λήξης του πολέμου. Αυτό σημαίνει ότι οι αγορές ομολόγων δύσκολα θα καταγράψουν μεγάλη άνοδο, εκτός ίσως από ορισμένες χώρες όπου οι επενδυτές εξακολουθούν να αναμένουν υψηλά επιτόκια, όπως η Βρετανία. Αντίθετα, στις Ηνωμένες Πολιτείες τα περιθώρια αντίδρασης θεωρούνται πιο περιορισμένα.
Ο τρίτος και σημαντικότερος παράγοντας, σύμφωνα με τον οίκο, είναι η στάση των επενδυτών απέναντι στο ρίσκο. Παρά τις γεωπολιτικές εξελίξεις και την αβεβαιότητα που προκάλεσε ο πόλεμος, η επενδυτική διάθεση παρέμεινε αξιοσημείωτα ανθεκτική. Εφόσον οι αγορές δεν εμφάνισαν έντονο πανικό κατά τη διάρκεια της κρίσης, μειώνονται και οι πιθανότητες μιας εντυπωσιακής ανάκαμψης μετά το τέλος της.
Η Capital Economics σημειώνει πάντως ότι δεν κινήθηκαν όλοι οι κλάδοι με τον ίδιο τρόπο, καθώς ορισμένοι εξακολουθούν να παρουσιάζουν χαμηλότερες αποτιμήσεις σε σύγκριση με την περίοδο πριν από τη σύγκρουση. Ωστόσο, εκτιμά ότι οι μελλοντικές αποδόσεις των αγορών θα εξαρτηθούν κυρίως από τις επιδόσεις των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών και λιγότερο από την ψυχολογία των επενδυτών, η οποία ήδη εμφανίζεται αρκετά θετική.






Μ.Η.Τ. 242183