Διπλωματικές συγκρούσεις στο G7: Γιατί ο Τραμπ ανοίγει μέτωπα με συμμάχους των ΗΠΑ και πώς οι επιθέσεις κλονίζουν τις ισορροπίες
Η δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ και την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι που ήρθε στο φως μετά την λήξη της Συνόδου Κορυφής στη Γενεύη, φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα γνώριμο χαρακτηριστικό της διεθνούς πολιτικής σκηνής. Τον συγκρουσιακό τρόπο με τον οποίο ο Αμερικανός πρόεδρος αντιμετωπίζει ακόμη και τους στενότερους συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών.
Από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ δεν έχει διστάσει να στοχοποιήσει δημοσίως ηγέτες χωρών του G7, αμφισβητώντας πολιτικές επιλογές, σχολιάζοντας προσωπικές συμπεριφορές και συχνά χρησιμοποιώντας ιστορικούς ή συμβολικούς παραλληλισμούς που προκαλούν διπλωματική αμηχανία.
Το τελευταίο επεισόδιο αφορά την Τζόρτζια Μελόνι, η οποία μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν μία από τις Ευρωπαίες ηγέτιδες με τις καλύτερες σχέσεις με τον Αμερικανό πρόεδρο. Ωστόσο, η άρνηση της Ιταλίας να εμπλακεί στρατιωτικά στις επιχειρήσεις κατά του Ιράν και η δημόσια κριτική της Ρώμης σε ορισμένες επιλογές της Ουάσιγκτον φαίνεται πως άλλαξαν το κλίμα.
Με βίντεο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης η ιταλίδα πρωθυπουργός χαρακτήρισε τους ισχυρισμούς «καθαρή επινόηση» και κατηγόρησε τον Τραμπ ότι δείχνει μεγαλύτερο σεβασμό σε αντιπάλους της Δύσης απ’ ό,τι σε παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ. Η ένταση πήρε και θεσμική διάσταση, καθώς ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, Αντόνιο Ταγιάνι, ακύρωσε προγραμματισμένο ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες, καταδικάζοντας τις δηλώσεις ως «σοβαρές και προσβλητικές».
Οι ηγέτες που μπήκαν στο στόχαστρο: Στάρμερ, Κάρνεϊ, Μακρόν, Τακαΐτσι και Μερτς
Η Μελόνι δεν αποτελεί εξαίρεση. Ο Κιρ Στάρμερ βρέθηκε στο στόχαστρο όταν το Λονδίνο δεν έσπευσε να στηρίξει τις αμερικανικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Ο Τραμπ τον συνέκρινε υποτιμητικά με τον Ουίνστον Τσώρτσιλ, δηλώνοντας ότι «δεν έχουμε να κάνουμε με τον Τσώρτσιλ». Όταν η Βρετανία έθεσε το HMS Prince of Wales σε αυξημένη ετοιμότητα, ο Αμερικανός πρόεδρος απάντησε ειρωνικά ότι «δεν χρειαζόμαστε ανθρώπους που μπαίνουν στους πολέμους αφού έχουμε ήδη νικήσει».
Στον Καναδά, ο Μαρκ Κάρνεϊ έχει γίνει αποδέκτης μιας διαφορετικής, αλλά εξίσου προσβλητικής ρητορικής. Ο Τραμπ τον αποκαλεί συχνά «κυβερνήτη», επαναφέροντας την ιδέα ότι ο Καναδάς θα μπορούσε να γίνει η «51η πολιτεία» των ΗΠΑ. Μετά από ομιλία του Κάρνεϊ στο Νταβός για τις πιέσεις μεγάλων δυνάμεων σε μικρότερα κράτη, ο Τραμπ απάντησε ότι «ο Καναδάς υπάρχει χάρη στις ΗΠΑ».
Ο Εμανουέλ Μακρόν έχει δεχθεί πιο προσωπικές αιχμές. Ο Τραμπ σχολίασε δημόσια το viral βίντεο με την Μπριζίτ Μακρόν, λέγοντας ότι ο Γάλλος πρόεδρος «αναρρώνει ακόμη από το δεξί χτύπημα στο σαγόνι». Ο Μακρόν απάντησε ότι οι δηλώσεις αυτές δεν ήταν «ούτε κομψές ούτε αρμόζουσες», επιχειρώντας να κλείσει το θέμα χωρίς περαιτέρω κλιμάκωση.
Αμήχανη ήταν και η στιγμή με τη Γιαπωνέζα πρωθυπουργό Σαναέ Τακαΐτσι στον Λευκό Οίκο, όταν ο Τραμπ, απαντώντας για τον αιφνιδιασμό των συμμάχων πριν από τα πλήγματα στο Ιράν, επικαλέστηκε το Περλ Χάρμπορ. «Ποιος ξέρει καλύτερα τι σημαίνει αιφνιδιασμός από την Ιαπωνία;», είπε μπροστά της, επαναφέροντας μια ιστορική μνήμη που οι μεταπολεμικές αμερικανικές κυβερνήσεις συνήθως απέφευγαν να χρησιμοποιούν με τέτοιο τρόπο.
Ανάλογη αμηχανία προκάλεσε και η αναφορά του στη D-Day ενώπιον του Γερμανού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς. Όταν ο Μερτς μίλησε για τη σημασία της επετείου, ο Τραμπ σχολίασε ότι «δεν ήταν και τόσο ευχάριστη ημέρα για εσάς». Ο Γερμανός καγκελάριος απάντησε ότι ήταν και η αρχή της απελευθέρωσης της Γερμανίας από τη ναζιστική δικτατορία.
Η σύγκρουση πίσω από τα σχόλια: Ιράν, δασμοί και ηγεμονία στη Δύση
Οι επιθέσεις του Τραμπ δεν είναι μόνο προσωπικό ύφος. Αντανακλούν τη βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν τους συμμάχους τους. Ο πόλεμος με το Ιράν, οι δασμοί, η μετανάστευση, η ενεργειακή πολιτική και η στάση απέναντι στη Ρωσία έχουν μετατρέψει το G7 από φόρουμ συντονισμού σε σκηνή ανοιχτών τριβών.
Ο Τραμπ απαιτεί ευθυγράμμιση, όχι απλώς συνεργασία. Όποιος διαφωνεί, ακόμη και αν είναι στενός σύμμαχος, κινδυνεύει να γίνει στόχος δημόσιας ειρωνείας. Αυτό φάνηκε με τον Στάρμερ, με τον Μερτς, με τον Μακρόν, τώρα και με τη Μελόνι.
Η διαφορά είναι ότι η Ιταλίδα πρωθυπουργός επέλεξε να απαντήσει ευθέως. Και αυτό είναι που κάνει το επεισόδιο πιο σημαντικό. Δεν πρόκειται απλώς για ακόμη μία ατάκα του Τραμπ. Πρόκειται για ένδειξη ότι ακόμη και οι πιο κοντινοί του ιδεολογικά Ευρωπαίοι σύμμαχοι δεν είναι πλέον διατεθειμένοι να απορροφούν δημόσιες προσβολές χωρίς κόστος.
Η κρίση με τη Μελόνι δείχνει ότι η νέα αμερικανική διπλωματία μπορεί να παράγει θεαματικά επεισόδια, αλλά όχι απαραίτητα σταθερές συμμαχίες. Και σε μια περίοδο πολέμων, ενεργειακής αβεβαιότητας και εμπορικών συγκρούσεων, αυτό μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο σοβαρό από μια κακή στιγμή μπροστά στις κάμερες.
Διαβάστε επίσης: Ρήγμα ΗΠΑ–Ιταλίας μετά από προσβλητικές δηλώσεις Τραμπ για τη Μελόνι







Μ.Η.Τ. 242183