Αντιδράσεις προκαλεί στην G7 το αμερικανικό σχέδιο στήριξης των κρίσιμων ορυκτών – Οι επιφυλάξεις της Ευρώπης
Η προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών να δημιουργήσουν ένα νέο δυτικό πλαίσιο εμπορίου και τιμολόγησης για τα κρίσιμα ορυκτά συναντά ήδη ισχυρές επιφυλάξεις από τους συμμάχους της Ομάδας των Επτά (G7), αποκαλύπτοντας τις δυσκολίες που συνοδεύουν την προσπάθεια περιορισμού της κυριαρχίας της Κίνας στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.
Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται το Reuters, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των χωρών της G7 εξελίσσονται σε ιδιαίτερα σύνθετη διαδικασία, καθώς αρκετές κυβερνήσεις εκφράζουν αμφιβολίες τόσο για τη λειτουργικότητα όσο και για το κόστος του αμερικανικού σχεδίου.
Η πρωτοβουλία, η οποία παρουσιάστηκε αρχικά από τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς, στοχεύει στη δημιουργία ενός δυτικού εμπορικού συνασπισμού για κρίσιμα ορυκτά, όπως το λίθιο, το κοβάλτιο, το νικέλιο και οι σπάνιες γαίες, που αποτελούν βασικές πρώτες ύλες για την πράσινη μετάβαση, τη βιομηχανία ημιαγωγών, την τεχνητή νοημοσύνη, τις μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων και τα αμυντικά συστήματα.
Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι η Κίνα έχει αποκτήσει δεσπόζουσα θέση στις αγορές αυτές εφαρμόζοντας επί χρόνια πολιτικές επιδοτήσεων και διατηρώντας χαμηλές τιμές, γεγονός που έχει περιορίσει την ανταγωνιστικότητα δυτικών παραγωγών και έχει αποθαρρύνει νέες επενδύσεις σε Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και Αυστραλία.
Το αποτέλεσμα είναι ότι σήμερα η παγκόσμια αγορά πολλών κρίσιμων ορυκτών επηρεάζεται σχεδόν αποκλειστικά από τις κινεζικές τιμές, δημιουργώντας έναν στρατηγικό κίνδυνο για τις δυτικές οικονομίες σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών ανταγωνισμών.
Το σχέδιο της Ουάσιγκτον και ο ρόλος της τεχνητής νοημοσύνης
Στον πυρήνα της αμερικανικής πρότασης βρίσκεται η δημιουργία ενός μηχανισμού που θα στηρίζει οικονομικά την παραγωγή κρίσιμων ορυκτών εκτός Κίνας.
Το σχέδιο προβλέπει τη χρήση εργαλείων όπως εγγυημένες αγορές, επιδοτήσεις παραγωγής, μηχανισμούς στήριξης τιμών και πιθανώς ειδικούς δασμούς που θα προστατεύουν τις δυτικές αλυσίδες εφοδιασμού από πρακτικές υποτιμολόγησης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι η αμερικανική πρόταση βασίζεται σε ένα μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης που έχει αναπτυχθεί από την DARPA, τον ερευνητικό οργανισμό του Πενταγώνου, με στόχο τον υπολογισμό «δίκαιων» τιμών για τα κρίσιμα ορυκτά.
Το σύστημα αυτό φιλοδοξεί να δημιουργήσει έναν εναλλακτικό μηχανισμό αναφοράς τιμών, μειώνοντας την εξάρτηση από τις κινεζικές αγορές και ενισχύοντας τη διαφάνεια σε έναν κλάδο που σήμερα χαρακτηρίζεται από περιορισμένη πληροφόρηση και εξωχρηματιστηριακές συναλλαγές.
Ωστόσο, ακριβώς αυτό το στοιχείο προκαλεί σημαντικό σκεπτικισμό σε αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και φορείς της αγοράς.
Οι εταίροι των ΗΠΑ εκφράζουν ανησυχίες για τη μεθοδολογία του μοντέλου, τη διαφάνεια των υπολογισμών και κυρίως για το ποιος θα έχει τον έλεγχο ενός συστήματος τιμολόγησης που θα μπορούσε να επηρεάσει μια αγορά στρατηγικής σημασίας για την παγκόσμια οικονομία.
Διαφωνίες για το κόστος και τον τρόπο εφαρμογής του μηχανισμού
Πέρα από τις τεχνικές πτυχές, οι βασικές ενστάσεις των ευρωπαϊκών χωρών αφορούν το οικονομικό σκέλος της πρότασης.
Αξιωματούχοι της Ε.Ε. αλλά και εκπρόσωποι της βιομηχανίας θέτουν ερωτήματα σχετικά με το ποιος θα αναλάβει το κόστος των ενδεχόμενων επιδοτήσεων, ποια τμήματα της αλυσίδας αξίας θα δικαιούνται στήριξη και ποιο θα είναι το πλαίσιο διακυβέρνησης του νέου μηχανισμού.
Οι ανησυχίες αυτές αντανακλούν τη γενικότερη ευρωπαϊκή προσέγγιση, η οποία δίνει μεγαλύτερη έμφαση στη μακροπρόθεσμη αξιολόγηση των συνεπειών μιας τέτοιας πολιτικής και εμφανίζεται πιο επιφυλακτική απέναντι σε γρήγορες παρεμβάσεις στην αγορά.
Την ίδια στιγμή, ακόμη και στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών δεν υπάρχει πλήρης συναίνεση. Μεγάλο μέρος της εξορυκτικής βιομηχανίας εμφανίζεται διχασμένο ως προς το είδος των μέτρων που θα πρέπει να υιοθετηθούν, με ορισμένες επιχειρήσεις να ζητούν επιθετικές παρεμβάσεις για την προστασία της δυτικής παραγωγής και άλλες να προειδοποιούν για πιθανές στρεβλώσεις στις αγορές.
Η αντιπαράθεση αυτή αναδεικνύει το μέγεθος της πρόκλησης που αντιμετωπίζει η Δύση στην προσπάθειά της να οικοδομήσει μια εναλλακτική αλυσίδα εφοδιασμού για κρίσιμα ορυκτά.
Παρά τις διαφωνίες, όλοι οι συμμετέχοντες αναγνωρίζουν ότι η εξάρτηση από την Κίνα αποτελεί στρατηγικό κίνδυνο. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν οι χώρες της G7 θα καταφέρουν να συμφωνήσουν σε ένα κοινό μοντέλο στήριξης της παραγωγής ή αν οι διαφορετικές προσεγγίσεις θα καθυστερήσουν τη δημιουργία ενός ενιαίου δυτικού μετώπου απέναντι στην κινεζική κυριαρχία.
Διαβάστε επίσης: Εξορύξεις: Πρωταθλήτρια Ευρώπης σε μπεντονίτη και περλίτη η Ελλάδα






Μ.Η.Τ. 242183