Το Ταμείο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το δημοσιονομικό κόστος και τις αντιδράσεις των αγορών – «Αστοχίες» στο 90% των χωρών της ΕΕ
Οι περισσότερες κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκή Ένωση αποτυγχάνουν να στοχεύσουν αποτελεσματικά τα μέτρα στήριξης για την ενέργεια, όπως οι μειώσεις στους ειδικούς φόρους καυσίμων, κατευθύνοντάς τα αποκλειστικά στους πιο ευάλωτους καταναλωτές. Αυτό επισημαίνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), προειδοποιώντας παράλληλα ότι η εφαρμογή οριζόντιων και δαπανηρών παρεμβάσεων ενδέχεται να προκαλέσει αρνητικές αντιδράσεις από τις αγορές.
Σύμφωνα με σχετική έρευνα, περίπου τα δύο τρίτα των επιδοτήσεων και φορολογικών ελαφρύνσεων που εφαρμόζονται στην ΕΕ για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης δεν είναι στοχευμένα. Το Ταμείο, όπως και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί στις Βρυξέλλες, καλεί τα κράτη-μέλη να περιορίσουν τα μέτρα σε παρεμβάσεις προσωρινού χαρακτήρα και με σαφή στόχευση.
Ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ, Άλφρεντ Κάμερ, υπογράμμισε ότι, παρά το γεγονός πως οι αρχικές παρεμβάσεις για την ανακούφιση των καταναλωτών ήταν περιορισμένες, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να καταστούν μόνιμες λόγω πολιτικών πιέσεων. Αυτό, όπως σημείωσε, θα οδηγήσει σε αυξανόμενα δημοσιονομικά βάρη.
«Είναι σαφές ότι οι κυβερνήσεις δεν έχουν λάβει επαρκώς υπόψη τα διδάγματα του 2022», ανέφερε, παραπέμποντας στην περίοδο μετά τη Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, όταν πολλές χώρες προχώρησαν σε γενικευμένα και δαπανηρά μέτρα στήριξης.
Ο ίδιος επισήμανε ότι αρκετές χώρες δεν αξιοποιούν με σύνεση τον δημοσιονομικό τους χώρο, τονίζοντας την ανάγκη για ειλικρινή δημόσιο διάλογο σχετικά με το υψηλό κόστος των οριζόντιων μέτρων, ειδικά σε μια περίοδο πολλαπλών δημοσιονομικών πιέσεων.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι χώρες με εύθραυστα δημόσια οικονομικά θα πρέπει να προχωρήσουν σε εξοικονομήσεις σε άλλους τομείς, εάν επιθυμούν να αποφύγουν πιέσεις στις αγορές ομολόγων. Ήδη, το κόστος δανεισμού σε ορισμένες οικονομίες της Ευρωζώνης έχει αυξηθεί σημαντικά, εν μέσω ανησυχιών για τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης.
Η κρίση επιδεινώθηκε από την ένταση στη Μέση Ανατολή, η οποία οδήγησε τις τιμές πετρελαίου έως και τα 126 δολάρια το βαρέλι, λόγω διαταραχών στις ροές μέσω των Στενά του Ορμούζ.
Σε απάντηση, αρκετές χώρες προχώρησαν σε παρεμβάσεις: η Γερμανία μείωσε προσωρινά τους φόρους στα καύσιμα, η Ισπανία δαπανά σημαντικά ποσά για τη μείωση του ΦΠΑ στην ενέργεια, ενώ η Ιταλία, υπό την πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι, έχει επίσης υιοθετήσει παρόμοια μέτρα.
Ωστόσο, πολλές οικονομίες της Ευρωζώνης –μεταξύ αυτών η Ιταλία, η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ελλάδα– παραμένουν ιδιαίτερα επιβαρυμένες, σύμφωνα με την έκθεση Fiscal Monitor του ΔΝΤ.
Το Ταμείο εκτιμά ότι οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δαπάνησαν περίπου το 2,5% του ΑΕΠ για ενεργειακά μέτρα μετά το 2022. Αν και οι νέες παρεμβάσεις παραμένουν προς το παρόν περιορισμένες (0,18% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο), υπάρχει ο κίνδυνος σημαντικής αύξησης του κόστους εάν η κρίση παραταθεί.
«Ο κίνδυνος είναι να εγκλωβιστούν οι κυβερνήσεις σε αυτά τα μέτρα», προειδοποίησε ο Κάμερ, επισημαίνοντας ότι πολιτικές όπως τα πλαφόν τιμών ή οι γενικευμένες φορολογικές μειώσεις αλλοιώνουν τα σήματα της αγοράς. Αυτό μπορεί να διατηρήσει υψηλή τη ζήτηση σε συνθήκες περιορισμένης προσφοράς και να αποδυναμώσει τα κίνητρα για επενδύσεις σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας.
Σύμφωνα με την ανάλυση του ΔΝΤ, περισσότερο από το 90% των χωρών της ΕΕ έχουν υιοθετήσει τουλάχιστον ένα μέτρο που στρεβλώνει τις τιμές στην τρέχουσα κρίση.







Μ.Η.Τ. 242183