Αύξηση άνω του 20% στις ακάλυπτες επιταγές το 2025. Πίεση ρευστότητας, ανησυχία για υψηλά επιτόκια και νέες 120 δόσεις
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της αγοράς και του τραπεζικού συστήματος δείχνουν σαφή αύξηση τόσο στον αριθμό όσο και στη συνολική αξία των ακάλυπτων επιταγών κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2025, με τη δυναμική να συνεχίζεται και στις πρώτες εβδομάδες του 2026. Τα απόλυτα μεγέθη απέχουν σημαντικά από τα επίπεδα της περιόδου 2011–2012, όταν η ετήσια αξία είχε ξεπεράσει τα 2 δισ. ευρώ. Ωστόσο, η κατεύθυνση της μεταβολής είναι εκείνη που ανησυχεί.
Η ρευστότητα, όπως παρατηρούν παράγοντες της αγοράς, στενεύει πρώτα στις εμπορικές συναλλαγές, πολύ πριν αποτυπωθεί σε μακροοικονομικούς δείκτες. Οι ακάλυπτες επιταγές λειτουργούν ως πρώιμος δείκτης πίεσης στο κεφάλαιο κίνησης, πριν το πρόβλημα μεταφερθεί στις τράπεζες και, ενδεχομένως, στον προϋπολογισμό.
Τα αριθμητικά δεδομένα και οι κλάδοι πίεσης
Σύμφωνα με συγκεντρωτικά στοιχεία της αγοράς, η συνολική αξία ακάλυπτων επιταγών το 2025 διαμορφώθηκε κοντά στα 90–100 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση άνω του 20% σε σχέση με το 2024. Ο αριθμός των τεμαχίων αυξήθηκε επίσης με διψήφιο ρυθμό, με την εντονότερη μεταβολή να σημειώνεται από τον Σεπτέμβριο και μετά. Ο Δεκέμβριος κατέγραψε τη μεγαλύτερη μηνιαία αξία των τελευταίων 18 μηνών.
Η αύξηση δεν είναι ομοιόμορφη. Σε κλάδους όπως το λιανεμπόριο ένδυσης και το χονδρεμπόριο τροφίμων, όπου τα περιθώρια κέρδους είναι χαμηλά και η εξάρτηση από εμπορική πίστωση υψηλή, η αξία ακάλυπτων επιταγών εμφανίζεται αυξημένη πάνω από 30% σε ετήσια βάση. Στις μικρές κατασκευαστικές επιχειρήσεις, όπου οι πληρωμές συνδέονται με αλυσίδες υπεργολαβιών, παρατηρείται αύξηση στον αριθμό μικρών ποσών, ένδειξη πίεσης σε κεφάλαιο κίνησης και όχι μεμονωμένων μεγάλων αθετήσεων.
Πληθωρισμός, επιτόκια και πίεση στη ρευστότητα
Η συγκυρία δεν είναι ουδέτερη. Ο πληθωρισμός κινείται κοντά στο 2,5%, οι τιμές τροφίμων αυξάνονται περίπου 4,8% και η στέγαση κατά 5,4%, ενώ το κόστος δανεισμού για μικρές επιχειρήσεις παραμένει κοντά στο 4,5%–5%. Σε μια οικονομία όπου πάνω από το 95% των επιχειρήσεων είναι μικρές ή πολύ μικρές, η επιταγή εξακολουθεί να λειτουργεί ως άτυπο εργαλείο χρηματοδότησης.
Όταν η κατανάλωση επιβραδύνεται σε όγκο και οι εισπράξεις καθυστερούν, η πίεση μεταφέρεται διαδοχικά από τον λιανέμπορο στον προμηθευτή και από εκεί στον εισαγωγέα. Η μέση διάρκεια εμπορικής πίστωσης σε ορισμένους κλάδους έχει επιμηκυνθεί από περίπου 75–80 ημέρες σε πάνω από 95 ημέρες μέσα στο τελευταίο έτος. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη ανάγκη για κεφάλαιο κίνησης ώστε να διατηρηθεί ο ίδιος κύκλος εργασιών.
Σε περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων, η αναχρηματοδότηση καθίσταται ακριβότερη. Για μια μικρή επιχείρηση με δανεισμό 300.000 ευρώ, αύξηση επιτοκίου κατά μία ποσοστιαία μονάδα συνεπάγεται επιπλέον κόστος 3.000 ευρώ ετησίως, ποσό που σε αρκετές περιπτώσεις ισοδυναμεί με το περιθώριο κέρδους ενός μήνα.
Οι ακάλυπτες ως κορυφή του παγόβουνου
Οι ακάλυπτες επιταγές αποτελούν συνήθως την τελική εκδήλωση μιας αλυσίδας προβλημάτων. Πριν από την αθέτηση, έχει προηγηθεί καθυστέρηση εισπράξεων, ανακύκλωση επιταγών, διαπραγμάτευση παρατάσεων και περιορισμός παραγγελιών. Η αύξηση λειτουργεί ως πρώιμη ένδειξη συμπίεσης ρευστότητας.
Ιστορικά, κάθε κύκλος ανόδου ακάλυπτων επιταγών προηγήθηκε αυστηρότερης τραπεζικής πολιτικής και περιορισμού της πίστωσης. Οι τράπεζες παρακολουθούν στενά την εξέλιξη ως δείκτη πιστωτικού κινδύνου, γεγονός που μπορεί να μεταφραστεί σε αυστηρότερα πιστοδοτικά κριτήρια και αυξημένες απαιτήσεις εξασφαλίσεων.
Η σύνδεση με τα δημόσια έσοδα και τις 120 δόσεις
Η επιβράδυνση στον όγκο κατανάλωσης επηρεάζει έμμεσα και τα δημόσια έσοδα, ιδίως μέσω του ΦΠΑ, που αποτελεί σημαντικό τμήμα των φορολογικών εισπράξεων. Η καθυστέρηση συναλλαγών και πληρωμών μπορεί να μεταφερθεί στον προϋπολογισμό με χρονική υστέρηση ενός ή δύο τριμήνων.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της ΑΑΔΕ, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο υπερβαίνουν τα 107 δισ. ευρώ, ενώ κάθε μήνα προστίθενται νέα χρέη άνω του 1 δισ. ευρώ. Σε αυτό το πλαίσιο, επαγγελματικοί φορείς επαναφέρουν το αίτημα για νέα ρύθμιση 120 δόσεων, υποστηρίζοντας ότι θα λειτουργήσει ως μηχανισμός σταθεροποίησης της ρευστότητας.
Το οικονομικό επιτελείο εμφανίζεται επιφυλακτικό, εκτιμώντας ότι μια νέα γενικευμένη ρύθμιση μπορεί να υπονομεύσει τη φορολογική συνέπεια. Από την άλλη πλευρά, η αγορά υποστηρίζει ότι οι ρυθμίσεις χρεών λειτουργούν ως βαλβίδα εκτόνωσης πριν η πίεση μετατραπεί σε ευρύτερη αθέτηση πληρωμών.
Από την ανθεκτικότητα στην προσαρμογή
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η αύξηση των ακάλυπτων επιταγών καταγράφεται σε περιβάλλον ονομαστικής ανάπτυξης και όχι ύφεσης. Αυτό υποδηλώνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά την έλλειψη δραστηριότητας, αλλά την κατανομή της ρευστότητας στην αλυσίδα συναλλαγών.
Αν η τάση επιβεβαιωθεί και στο πρώτο εξάμηνο του 2026, θα καταδειχθεί ότι η αγορά περνά από φάση σχετικής ανθεκτικότητας σε φάση προσαρμογής. Και σε μια οικονομία όπου η επιταγή εξακολουθεί να αποτελεί εργαλείο χρηματοδότησης, η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Διαβάστε επίσης: Αύξηση «φωτιά» 45% στις ακάλυπτες επιταγές: Η Αγορά χρωστάει… εξηγήσεις







Μ.Η.Τ. 242183