Οι δύο φερόμενοι εγκέφαλοι, οι 35 κατηγορούμενοι και τα ευρήματα της ΕΛ.ΑΣ. – Πώς στήθηκε το δίκτυο διαφθοράς στις πολεοδομίες της Αττικής
Ένα καλά οργανωμένο σύστημα παράτυπων διευκολύνσεων, με συγκεκριμένη ιεραρχία, διακριτούς ρόλους και προκαθορισμένες οικονομικές απαιτήσεις, φαίνεται να λειτουργούσε επί μήνες σε πολεοδομικές υπηρεσίες της Αττικής, σύμφωνα με τα στοιχεία της μεγάλης έρευνας της Υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ.
Η υπόθεση, που έχει ήδη προκαλέσει πολιτικές και διοικητικές αναταράξεις, αποκαλύπτει έναν μηχανισμό ο οποίος φέρεται να μετέτρεπε κρίσιμες πολεοδομικές διαδικασίες σε πεδίο παράνομου οικονομικού οφέλους. Από την επίσπευση οικοδομικών αδειών μέχρι τη νομιμοποίηση αυθαίρετων κατασκευών και τη μείωση προστίμων, οι εμπλεκόμενοι φέρονται να είχαν δημιουργήσει ένα «παράλληλο κανάλι εξυπηρέτησης» για όσους ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν.
Η αστυνομική επιχείρηση κατέληξε στη σύλληψη έξι ατόμων, ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται συνολικά 35 κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων δημόσιοι υπάλληλοι, μηχανικοί, αρχιτέκτονες και ιδιώτες επιχειρηματίες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρος των χρηματικών απαιτήσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι παράνομες αμοιβές κυμαίνονταν από 1.000 έως και 30.000 ευρώ ανά υπόθεση, ανάλογα με τη φύση της παρέμβασης και το οικονομικό όφελος που προσδοκούσε ο ενδιαφερόμενος.
Οι δύο «αρχηγοί» και η δομή ενός μηχανισμού που λειτουργούσε σαν ιδιωτική υπηρεσία αδειοδοτήσεων
Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκονται δύο πρόσωπα που φέρονται να είχαν τον επιχειρησιακό έλεγχο του κυκλώματος. Σύμφωνα με τα ευρήματα των Αρχών, δεν περιορίζονταν σε έναν απλό συντονιστικό ρόλο, αλλά φέρονται να καθόριζαν τη στρατηγική, να αξιοποιούσαν το δίκτυο επαφών τους και να αποφάσιζαν ακόμη και το ύψος των χρηματικών απαιτήσεων που θα ζητούνταν σε κάθε περίπτωση.
Η εικόνα που προκύπτει από τη δικογραφία παραπέμπει σε μια δομημένη οργάνωση με καταμερισμό αρμοδιοτήτων. Μέλος με βαθιά γνώση της πολεοδομικής νομοθεσίας φέρεται να παρείχε τεχνικές κατευθύνσεις για τη διαχείριση φακέλων και τον τρόπο με τον οποίο οι υποθέσεις θα μπορούσαν να εμφανίζονται συμβατές με το θεσμικό πλαίσιο.
Άλλοι εμπλεκόμενοι φέρονται να αναλάμβαναν υποθέσεις οικοδομικών αδειών, να παρενέβαιναν σε διαδικασίες ελέγχου αυθαιρέτων ή να διευκόλυναν την έκδοση διοικητικών πράξεων. Παράλληλα, πρόσωπα που κατείχαν θέσεις ευθύνης σε υπηρεσίες φέρονται να αξιοποιούσαν τη θεσμική τους ιδιότητα για την προώθηση φακέλων και τη διευθέτηση εκκρεμοτήτων.
Κομβικός εμφανίζεται και ο ρόλος ιδιώτη μηχανικού, ο οποίος, σύμφωνα με την έρευνα, λειτουργούσε ως ενδιάμεσος μεταξύ πελατών και μελών της οργάνωσης. Μέσω αυτού μεταφέρονταν αιτήματα, οργανώνονταν οι διαδικασίες και διακινούνταν χρηματικά ποσά, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις φέρεται να είχε ενεργό συμμετοχή στη διαμόρφωση ευνοϊκών γνωμοδοτήσεων.
Οι Αρχές εκτιμούν ότι η δομή αυτή είχε αποκτήσει χαρακτηριστικά «παράλληλης αγοράς υπηρεσιών», όπου η ταχύτητα και το αποτέλεσμα μιας πολεοδομικής υπόθεσης συνδέονταν άμεσα με το ύψος της καταβαλλόμενης αμοιβής.
«Καφές», «εργαλεία» και 400.000 ευρώ: Τα μέτρα αντιπαρακολούθησης και η επέμβαση των «Αδιάφθορων»
Ένα από τα στοιχεία που προκαλούν ιδιαίτερη εντύπωση είναι ο τρόπος με τον οποίο τα μέλη της οργάνωσης φέρονται να προσπαθούσαν να αποφεύγουν την αποκάλυψη της δράσης τους.
Οι τηλεφωνικές συνομιλίες γίνονταν με μεγάλη προσοχή, χωρίς άμεσες αναφορές σε χρηματικά ποσά. Αντί για χρήματα χρησιμοποιούνταν κωδικές λέξεις όπως «καφές», «εργαλεία», «σχέδια» και «χαρτιά», ενώ σημαντικό μέρος της επικοινωνίας μεταφερόταν σε εφαρμογές ανταλλαγής μηνυμάτων.
Οι συναντήσεις για τον καθορισμό των αμοιβών και την παράδοση χρημάτων πραγματοποιούνταν κυρίως δια ζώσης, σε χώρους που θεωρούνταν ασφαλείς, όπως καφετέριες, χώροι στάθμευσης και οχήματα, με στόχο να περιοριστεί ο κίνδυνος καταγραφής ή παρακολούθησης.
Η επιχείρηση της ΕΛ.ΑΣ. κορυφώθηκε στις 5 Ιουνίου 2026, όταν οι αστυνομικοί εντόπισαν μέλος της οργάνωσης να παραδίδει φάκελο με 3.000 ευρώ σε ένα από τα φερόμενα αρχηγικά στελέχη. Η επέμβαση ήταν άμεση και ακολούθησαν έρευνες σε κατοικίες, γραφεία και επαγγελματικούς χώρους.
Οι κατασχέσεις αποτυπώνουν το οικονομικό αποτύπωμα της υπόθεσης. Συνολικά εντοπίστηκαν 334.895 ευρώ σε μετρητά, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα, εξωτερικοί σκληροί δίσκοι, ατζέντες, χειρόγραφες σημειώσεις και σύμβαση μίσθωσης θυρίδας θησαυροφυλακίου.
Μέχρι στιγμής οι ερευνητές έχουν συνδέσει την οργάνωση με τουλάχιστον 29 περιπτώσεις δωροληψίας και παράβασης καθήκοντος, ωστόσο η έρευνα συνεχίζεται καθώς οι Αρχές επιχειρούν να χαρτογραφήσουν πλήρως το εύρος του δικτύου, να εντοπίσουν τυχόν επιπλέον εμπλεκόμενους και να προσδιορίσουν το συνολικό παράνομο οικονομικό όφελος που φέρεται να παρήχθη μέσω του συγκεκριμένου μηχανισμού.
Διαβάστε επίσης: Έφοδος των «αδιάφθορων» της ΕΛΑΣ σε πολεοδομίες της Αττικής







Μ.Η.Τ. 242183