Το «ασφάλιστρο της ζέστης» γίνεται νέα μεταβλητή κόστους για επιχειρήσεις σε Ελλάδα και Ευρώπη – Ποιοι κλάδοι πλήττονται περισσότερο
Καθώς το θερμόμετρο ανεβαίνει χρόνο με το χρόνο, οι οικονομικές συνέπειες της ζέστης, αλλά και των λοιπών ακραίων καιρικών φαινομένων, παύουν να είναι θεωρητικές και γίνονται άμεση πραγματικότητα για επιχειρήσεις και κοινωνίες. Στην Ευρώπη ήδη καταγράφονται σημαντικές απώλειες λόγω καύσωνα και ξηρασίας: μια πρόσφατη μελέτη εκτιμά ότι το 2025 οι ακραίες θερμοκρασίες μπορεί να κοστίσουν έως 0,5 μονάδα του ΑΕΠ της ηπείρου.
Ενώ, στην Αυστραλία, το κόστος από φυσικές καταστροφές έχει σχεδόν τριπλασιαστεί συγκριτικά με τη δεκαετία του ’90, με ασφαλισμένες ζημιές που ξεπερνούν τα 2 δισεκατομμύρια δολάρια μόνο τον τελευταίο χρόνο.
Στην Ελλάδα, το φαινόμενο είναι ορατό στην καθημερινότητα: στην Αθήνα, οι απώλειες παραγωγής λόγω θερμικής καταπόνησης μόνο στον αστικό πυρήνα υπολογίζονται σήμερα περίπου στις 98,4 εκατ. δολάρια ετησίως και εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 230 εκατ. έως το 2050.
Από «καιρική ανωμαλία» σε χρηματοοικονομικό ρίσκο
Ο Δρ Ανδρέας Φλουρής, ειδικός στην περιβαλλοντική φυσιολογία, εξηγεί ότι η ζέστη εξελίσσεται πλέον σε χρηματοοικονομική μεταβλητή: το κόστος που επιφέρει στις επιχειρήσεις, λόγω απωλειών παραγωγικότητας, ζημιών υποδομών, αυξημένων ασφαλίσεων, πρέπει να τιμολογείται και να ενσωματώνεται σε επιχειρησιακά μοντέλα.
Η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών της Αυστραλίας καταγράφει ότι οι ετήσιες ζημιές από ακραία καιρικά φαινόμενα έφτασαν στα 4,5 δισ. δολάρια, τρεις φορές περισσότερα από ό,τι τη δεκαετία του ’90. Ανάλογα, η Swiss Re στην έκθεσή της SONAR 2025 επισημαίνει ότι οι καλύψεις σπιτιών, υγείας ή ρεύματος υφίστανται πιέσεις λόγω ζέστης, ενώ αυξάνεται η ζήτηση για παραμετρικές ασφαλίσεις, όπου η αποζημίωση ενεργοποιείται όταν η θερμοκρασία ξεπεράσει ένα όριο.

Ο Δρ Φλουρής σημειώνει ότι «η παραγωγικότητα ενός εργαζομένου μειώνεται κατά 2,3 % για κάθε βαθμό πάνω από τους 19 °C». Σε περιόδους με θερμοκρασία 30 °C, ένας εργαζόμενος αποδίδει μόνο το 75 %, ενώ πάνω από 36 °C η απόδοση πέφτει κάτω από 60 %. Τέτοιες απώλειες μεταφράζονται σε ετήσιο κόστος της τάξης των 3,2 δισ. ευρώ για την Ελλάδα, με εκτιμήσεις για αύξηση στα 5,5 δισ. έως το 2060.
Μάλιστα, βάσει μοντέλων της ΕΚΤ, μια άνοδος 2 °C στη μέση θερμοκρασία προβλέπεται να μειώσει τη συνολική παραγωγικότητα κατά 1,68 % στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Ταυτόχρονα, στους εργαζόμενους ήδη προκαλούνται θερμικές καταπονήσεις: σε έρευνα που αναλύει τις συνθήκες εργασίας υπό θερμότητα, περίπου το 30 % ανέφερε απώλειες παραγωγικότητας, ενώ το 35 % βιώνει θερμικά στρέσα.
«Οδηγός επιβίωσης» για επιχειρήσεις
Για να μην «πληρώνουν απλώς μέρος του λογαριασμού», ο Δρ Φλουρής προτείνει ένα πλαίσιο τεσσάρων αξόνων:
-
Heat-VaR (αξιοποίηση κινδύνου ζέστης): ορίζεται ως η μεταβολή EBITDA βάσει των ημερών με θερμοκρασίες πάνω από όρια (π.χ. ΘΥΒΜΑΣ), της ευπάθειας (υψηλά ποσοστά υπαίθριων εργασιών, έλλειψη σκιάς, χαμηλός εγκλιματισμός) και του αντίκτυπου στην παραγωγικότητα.
-
KPIs ζέστης: στόχοι όπως «ώρες σταθερής απόδοσης», «ασφαλιστικές απαιτήσεις θερμικών συμβάντων», «κόστος ανά μονάδα προϊόντος λόγω θερμότητας».
-
Ρήτρες θερμότητας σε συμβάσεις προμηθευτών: προσδιορισμός ορίων θερμοκρασίας όπου θα εφαρμόζονται παύσεις εργασίας, αλλαγές βάρδιας ή επιβράδυνση ρυθμού.
-
Παραμετρική ασφάλιση: συμπληρωματικά προς τις συμβατικές καλύψεις, να υιοθετηθούν προϊόντα που ενεργοποιούνται αυτόματα όταν η θερμοκρασία ξεπερνά προκαθορισμένα όρια, ώστε να διασφαλίζεται ρευστότητα.
Μόνο με τέτοια «στρατηγική άμυνας» η ζέστη μπορεί να μετατραπεί από ασαφής απειλή σε στοιχειωδώς διαχειρίσιμο ρίσκο.







Μ.Η.Τ. 242183