Η Ελλάδα βρίσκεται στο μικροσκόπιο των θεσμών, όχι μόνο για την τρέχουσα πρόοδο του Ταμείου Ανάκαμψης αλλά και για την ιστορική διαχείριση κοινοτικών πόρων. Έρευνες σε βάθος δεκαετίας και πλέον
Η σκιά του σκανδάλου ΟΠΕΚΕΠΕ, που απασχόλησε έντονα τις Βρυξέλλες το τελευταίο διάστημα, φαίνεται ότι επηρεάζει τη συνολική στάση των ευρωπαϊκών θεσμών απέναντι στην Ελλάδα, ειδικά ενόψει της έγκρισης του προϋπολογισμού της Κομισιόν και της παρακολούθησης της υλοποίησης του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF).
Αυτή την περίοδο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξετάζει τη λεγόμενη διαδικασία discharge, δηλαδή την έγκριση εκτέλεσης του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού από την Κομισιόν για το προηγούμενο έτος. Παρότι πρόκειται για θεσμική, ετήσια πρακτική, φέτος η διαδικασία συμπίπτει με την κορύφωση των ερευνών γύρω από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, καθώς και με τις αυξανόμενες ανησυχίες για την πρόοδο μεταρρυθμίσεων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης στην Ελλάδα και άλλες χώρες. Όπως επισημαίνουν ευρωβουλευτές, οι αποκαλύψεις για κακοδιαχείριση κοινοτικών πόρων στον ΟΠΕΚΕΠΕ επηρεάζουν την πολιτική αποδοχή της διαχείρισης κονδυλίων από την Ελλάδα, με ενδεχόμενο να αυξηθούν οι πιέσεις για αυστηρότερους ελέγχους στο RRF, ύψους άνω των 30 δισ. ευρώ για τη χώρα μέχρι το 2026.
Τι εξετάζουν οι θεσμοί
Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί παρακολουθούν στενά την πορεία της Ελλάδας τόσο στην εκτέλεση των έργων όσο και στις δομικές μεταρρυθμίσεις που αποτελούν προϋπόθεση για την εκταμίευση των δόσεων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συμμόρφωση με τα ορόσημα και τους στόχους που έχουν συμφωνηθεί, τα οποία αφορούν τη δικαιοσύνη, την ψηφιοποίηση του κράτους, την πράσινη μετάβαση και την ενίσχυση της αγοράς εργασίας. Αν και η Ελλάδα θεωρείται γενικά συνεπής, το Ευρωπαϊκό Λογιστικό Συνέδριο έχει ήδη εντοπίσει καθυστερήσεις σε συγκεκριμένα έργα, όπως οι ενεργειακές αναβαθμίσεις κτηρίων και οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις νησιών, που είναι κρίσιμα για την επόμενη δόση.
Παράλληλα, η Κομισιόν και το ECA εξετάζουν κατά πόσο οι διαδικασίες που ακολουθούνται διασφαλίζουν πλήρη διαφάνεια και τεκμηρίωση των πληρωμών, ώστε να αποδεικνύεται το λεγόμενο audit trail. Οι θεσμοί ενδιαφέρονται για την ύπαρξη αποτελεσματικών μηχανισμών πρόληψης σύγκρουσης συμφερόντων και για το αν οι απευθείας αναθέσεις, που αυξήθηκαν λόγω fast-track διαδικασιών τα προηγούμενα χρόνια, παραμένουν εντός των επιτρεπόμενων ορίων και των κανόνων δημοσίων συμβάσεων της ΕΕ. Επιπλέον, παρακολουθείται στενά η λειτουργία της Εθνικής Αρχής Συντονισμού RRF και η συνεργασία της με το Ελεγκτικό Συνέδριο, ώστε να αποφεύγονται φαινόμενα κακοδιαχείρισης αντίστοιχα με αυτά που αποκαλύφθηκαν στον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Σημαντικό πεδίο ελέγχου αποτελεί και η αποτελεσματικότητα των μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων. Οι θεσμοί αξιολογούν εάν τα έργα φέρνουν μετρήσιμα αποτελέσματα στην οικονομία, την κοινωνία και την πράσινη ανάπτυξη. Τα προγράμματα κατάρτισης, για παράδειγμα, εξετάζονται ως προς το κατά πόσο μειώνουν πραγματικά την ανεργία και βελτιώνουν τις δεξιότητες, ενώ στις ενεργειακές παρεμβάσεις αξιολογείται η επίτευξη της προβλεπόμενης εξοικονόμησης ενέργειας.
Την ίδια στιγμή, η Κομισιόν, το ECA και η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) παρακολουθούν προληπτικά τυχόν κινδύνους απάτης, διαφθοράς και κακοδιαχείρισης, ζητώντας συνεχείς ενημερώσεις από τις ελληνικές αρχές. Αν και δεν έχει ανακοινωθεί κάποια υπόθεση στο RRF αντίστοιχη με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, οι έλεγχοι έχουν ενταθεί σε όλα τα κράτη μέλη, καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης αποτελεί το μεγαλύτερο χρηματοδοτικό πρόγραμμα της ΕΕ από την ίδρυσή της και η προστασία του θεωρείται στρατηγική προτεραιότητα.
Τέλος, εξετάζεται η θεσμική επάρκεια της χώρας να εφαρμόσει έγκαιρα τις μεταρρυθμίσεις. Η ικανότητα της δημόσιας διοίκησης να διαχειριστεί τον όγκο έργων και πληρωμών χωρίς καθυστερήσεις ή γραφειοκρατικά εμπόδια αποτελεί βασικό κριτήριο εμπιστοσύνης για τις Βρυξέλλες, καθώς από αυτήν εξαρτώνται η συνέχιση των εκταμιεύσεων και η επίτευξη των αναπτυξιακών στόχων.
Τι δηλώνουν οι ευρωβουλευτές
Ο Daniel Freund, επικεφαλής της ομάδας Greens/EFA για θέματα διαφάνειας, υπογράμμισε ότι η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ «θα επηρεάσει την αξιολόγηση της Κομισιόν», ενώ κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει σε πλήρη διαλεύκανση όλων των πτυχών. Αντίστοιχα, οι εισηγητές του discharge προειδοποίησαν ότι περιπτώσεις αδιαφάνειας ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και σε μερική απόρριψη της έγκρισης, με άμεσες επιπτώσεις στην πολιτική φήμη και την οικονομική αξιοπιστία της χώρας.
Το διακύβευμα για την Ελλάδα
Η γενικότερη μεταρρυθμιστική πορεία που συνδέεται με το RRF θεωρείται κρίσιμη για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, τη μείωση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Τυχόν καθυστερήσεις ή προβλήματα διαχείρισης θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ομαλή εκταμίευση των δόσεων, επιβαρύνοντας τις προβλέψεις για την ανάπτυξη.
Ωστόσο, το διακύβευμα για την Ελλάδα εκτείνεται πέρα από την πενταετία του RRF. Σύμφωνα με τον κανονισμό του Ταμείου, η παρακολούθηση και αξιολόγηση των έργων συνεχίζεται για τουλάχιστον πέντε χρόνια μετά την ολοκλήρωσή τους, ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα και ο πραγματικός αντίκτυπός τους. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι οι έλεγχοι ενδέχεται να επεκταθούν έως και το 2031–2032 για έργα που ολοκληρώνονται στο τέλος της πενταετίας.
Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι οι ευρωπαϊκοί έλεγχοι μπορούν να επανέλθουν και σε προγενέστερες περιόδους, ακόμη και μία ή δύο δεκαετίες πριν, όταν πρόκειται για περιπτώσεις απάτης ή σοβαρών παρατυπιών. Αν και οι τυπικοί διοικητικοί έλεγχοι περιορίζονται στη διάρκεια επιλεξιμότητας και τα επόμενα λίγα χρόνια, η OLAF και το EPPO διατηρούν τη δυνατότητα να ερευνήσουν παλαιότερες χρηματοδοτήσεις όταν υπάρχουν νέες ενδείξεις, αποδεικτικά στοιχεία ή μαρτυρίες που σχετίζονται με ευρωπαϊκούς πόρους. Η νομοθεσία της ΕΕ προβλέπει ότι τέτοιες έρευνες δεν υπόκεινται στους συνήθεις περιορισμούς παραγραφής διοικητικών παρατυπιών, αλλά ακολουθούν το ποινικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους. Στην Ελλάδα, η παραγραφή για απάτη σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ μπορεί να εκτείνεται έως και 15-20 χρόνια, ανάλογα με το ύψος της ζημίας και τον χαρακτήρα της πράξης.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν οι έλεγχοι της OLAF που έχουν γίνει σε έργα γεωργικών επιδοτήσεων και Leader, ακόμη και 12–15 χρόνια μετά την ολοκλήρωσή τους, όταν προέκυψαν νέες καταγγελίες ή στοιχεία για δόλιες τιμολογήσεις και εικονικές συμβάσεις. Παρόμοιες περιπτώσεις έχουν καταγραφεί και σε άλλες χώρες της ΕΕ, όπως στην Ιταλία, όπου το 2016 η OLAF διερεύνησε έργα της περιόδου 2000–2006 λόγω εντοπισμένων πλαστών δικαιολογητικών κατά τις εκκαθαρίσεις.
Συνεπώς, το διακύβευμα για την Ελλάδα δεν περιορίζεται μόνο στην ορθή και σύννομη ολοκλήρωση των οροσήμων του RRF. Αφορά και την ιστορική διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων, καθώς ενδεχόμενες αποκαλύψεις ή νέες έρευνες για παλαιότερες περιόδους θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αξιοπιστία της χώρας απέναντι στις Βρυξέλλες και τη διαπραγματευτική της ισχύ στα επόμενα χρηματοδοτικά εργαλεία.
Διαβάστε επίσης; ΟΠΕΚΕΠΕ: Παρέμβαση και του ΟΟΣΑ για τις αγροτικές επιδοτήσεις







Μ.Η.Τ. 242183