Κρίσιμο 2μηνο για την ελληνική οικονομία: Πληθωρισμός, ενέργεια και περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια θα «δοκιμάσουν» αγορά και νοικοκυριά
Η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια περίοδο υψηλής έντασης και αβεβαιότητας, με το επόμενο δίμηνο να εξελίσσεται σε κρίσιμο χρονικό σημείο που μπορεί να καθορίσει την πορεία της για το υπόλοιπο του έτους. Το σκηνικό δεν θυμίζει μια απλή διακύμανση κύκλου, αλλά μια δοκιμασία αντοχών, όπου συναντώνται πληθωρισμός, ενεργειακό κόστος και περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν ότι οι πιέσεις στις τιμές όχι μόνο δεν έχουν υποχωρήσει, αλλά παραμένουν ενεργές, με τον πληθωρισμό να κινείται ήδη πάνω από το 3%. Πρόκειται για επίπεδα που, αν διατηρηθούν, ενισχύουν τον κίνδυνο παγίωσης ενός νέου, υψηλότερου «κανονικού».
Η προειδοποίηση του Παναγιώτη Πετράκη αποτυπώνει με σαφήνεια το διακύβευμα. Η διάρκεια της κρίσης είναι αυτή που καθορίζει το βάθος των επιπτώσεων. Αν οι πιέσεις επιμείνουν πέραν των επόμενων εβδομάδων, τότε η οικονομία θα εισέλθει σε πιο δύσκολη φάση, με αλυσιδωτές συνέπειες.
Πληθωρισμός και ενέργεια: Η διπλή πίεση που διαμορφώνει το σκηνικό
Οι εκτιμήσεις για την εξέλιξη των τιμών συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: ο πληθωρισμός δεν αποκλιμακώνεται εύκολα. Η Τράπεζα της Ελλάδος τοποθετεί τον δείκτη κοντά στο 3,1% για το 2026, ενώ το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι μπορεί να κινηθεί ακόμη υψηλότερα, προς το 3,5%. Πιο ανησυχητικές είναι οι προβλέψεις που ανεβάζουν τον πήχη ακόμη και στο 5%, εφόσον οι εξωτερικές πιέσεις ενταθούν.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξίσωση παίζει η ενέργεια. Τα διεθνή σενάρια για τις τιμές του πετρελαίου παραμένουν εξαιρετικά ευμετάβλητα, με εκτιμήσεις που φτάνουν έως και τα 120–125 δολάρια το βαρέλι σε περίπτωση παρατεταμένης γεωπολιτικής έντασης, ενώ σε ακραία σενάρια δεν αποκλείονται ακόμη και επίπεδα κοντά στα 150 δολάρια.
Η σημασία αυτών των προβλέψεων δεν είναι θεωρητική. Λειτουργούν ως προπομπός για το κόστος που ενδέχεται να μεταφερθεί στην οικονομία, από την παραγωγή έως την κατανάλωση. Στην αρχική φάση, οι επιχειρήσεις απορροφούν μέρος των αυξήσεων, επιχειρώντας να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Ωστόσο, όσο η πίεση παρατείνεται, η μετακύλιση γίνεται αναπόφευκτη.
Το πραγματικό κόστος: Νοικοκυριά, κατανάλωση και δημοσιονομικά όρια
Η πιο κρίσιμη φάση ξεκινά όταν οι αυξήσεις στην ενέργεια περνούν στο σύνολο της οικονομίας. Οι τιμές τροφίμων και υπηρεσιών ακολουθούν ανοδική πορεία, οι πληθωριστικές προσδοκίες παγιώνονται και η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών συρρικνώνεται.
Για τα ελληνικά νοικοκυριά, αυτό μεταφράζεται σε συνεχιζόμενη πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα. Οι αυξήσεις μισθών, όπου υπάρχουν, δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν τη σωρευτική επιβάρυνση των τελευταίων ετών, οδηγώντας σε περιορισμό της κατανάλωσης, που αποτελεί βασικό πυλώνα της ανάπτυξης.
Στο επίπεδο της δημοσιονομικής πολιτικής, οι επιλογές γίνονται πιο στενές. Η ανάγκη για μέτρα στήριξης συγκρούεται με τα όρια που θέτει το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο και με το γεγονός ότι ένα μέρος των διαθέσιμων πόρων έχει ήδη αξιοποιηθεί. Τα περιθώρια για νέες παρεμβάσεις μειώνονται όσο η κρίση παρατείνεται.
Το κρίσιμο ερώτημα για την επόμενη περίοδο είναι αν η ένταση στις διεθνείς αγορές αποκλιμακωθεί, η ελληνική οικονομία μπορεί να απορροφήσει τους κραδασμούς και να κινηθεί σε τροχιά ελεγχόμενης επιβράδυνσης. Αν όμως οι πιέσεις διατηρηθούν, τότε το «δίμηνο» που ξεκινά τώρα μπορεί να εξελιχθεί σε σημείο καμπής, με βαθύτερες και πιο επίμονες συνέπειες.
Διαβάστε επίσης; UBS: Επιβράδυνση με αντοχές για την ελληνική οικονομία – Τι αλλάζει στις προβλέψεις






Μ.Η.Τ. 242183