Μείωση στα επιτόκια δανείων και περιορισμένη αποκλιμάκωση του επιτοκιακού περιθωρίου τον Φεβρουάριο 2026 σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος
Μια πρώτη, συγκρατημένη ένδειξη αποκλιμάκωσης στο κόστος δανεισμού καταγράφηκε τον Φεβρουάριο, με τις τράπεζες να μειώνουν τα επιτόκια χορηγήσεων, διατηρώντας ωστόσο αμετάβλητες τις αποδόσεις στις καταθέσεις. Τα στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος αποτυπώνουν μια ήπια υποχώρηση του επιτοκιακού περιθωρίου, το οποίο διαμορφώθηκε στο 4,26% από 4,33% τον Ιανουάριο.
Η μεταβολή αυτή προήλθε αποκλειστικά από τη μείωση του μέσου επιτοκίου δανεισμού, το οποίο υποχώρησε στο 4,57% από 4,64%, την ώρα που το μέσο επιτόκιο καταθέσεων παρέμεινε αμετάβλητο στο ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο του 0,31%. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι η προσαρμογή της αγοράς ξεκινά από την πλευρά των δανείων, ενώ οι αποταμιευτές συνεχίζουν να βλέπουν περιορισμένες αποδόσεις.
Καταθέσεις: Στάσιμες αποδόσεις και περιορισμένες κινήσεις
Στο μέτωπο των καταθέσεων, η εικόνα παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη, παρά τις ευρύτερες συζητήσεις για σταδιακή προσαρμογή των επιτοκίων στην Ευρωζώνη. Τα επιτόκια στις καταθέσεις μίας ημέρας παρέμειναν καθηλωμένα σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, στο 0,03% για τα νοικοκυριά και στο 0,10% για τις επιχειρήσεις.
Ακόμη και στις προθεσμιακές καταθέσεις έως ενός έτους, όπου καταγράφονται συνήθως οι μεγαλύτερες μεταβολές, οι κινήσεις ήταν περιορισμένες. Το μέσο επιτόκιο για τα νοικοκυριά διαμορφώθηκε στο 1,11%, σημειώνοντας οριακή υποχώρηση, ενώ για τις επιχειρήσεις παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 1,71%.
Η εικόνα αυτή υποδηλώνει ότι, παρά τη μικρή αποκλιμάκωση στο κόστος δανεισμού, οι τράπεζες εξακολουθούν να διατηρούν χαμηλό το κόστος χρηματοδότησής τους από καταθέσεις, στοιχείο που εξηγεί και τη σταδιακή αλλά όχι δραστική μείωση του επιτοκιακού περιθωρίου.
Δάνεια: Μειώσεις με επιλεκτικό χαρακτήρα
Στην πλευρά των χορηγήσεων, η αποκλιμάκωση είναι πιο εμφανής, αλλά όχι οριζόντια. Τα καταναλωτικά δάνεια χωρίς καθορισμένη διάρκεια, όπως οι πιστωτικές κάρτες και τα ανοικτά δάνεια, παρέμειναν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, στο 14,72%, επιβεβαιώνοντας ότι οι συγκεκριμένες μορφές χρηματοδότησης συνεχίζουν να έχουν το υψηλότερο κόστος.
Αντίθετα, στα καταναλωτικά δάνεια με συγκεκριμένη διάρκεια καταγράφηκε μείωση στο 11,07%, ενώ στα στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο το κόστος υποχώρησε στο 3,36%, δίνοντας μια μικρή «ανάσα» στους δανειολήπτες.
Στα επιχειρηματικά δάνεια, η εικόνα είναι μικτή. Το μέσο επιτόκιο για νέα δάνεια μειώθηκε στο 4,03%, ενώ για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις καταγράφηκε αύξηση στο 4,19%, γεγονός που δείχνει ότι το κόστος δανεισμού δεν αποκλιμακώνεται με τον ίδιο ρυθμό για όλες τις κατηγορίες επιχειρήσεων.
Η διαφοροποίηση είναι ακόμη πιο έντονη ανάλογα με το ύψος του δανείου. Για μικρά δάνεια έως 250.000 ευρώ σημειώθηκε μείωση στο 4,74%, ενώ για μεσαία δάνεια έως 1 εκατ. ευρώ καταγράφηκε αύξηση. Αντίθετα, τα μεγάλα δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ έγιναν φθηνότερα, με το επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 3,94%, επιβεβαιώνοντας ότι οι μεγαλύτεροι δανειολήπτες εξακολουθούν να εξασφαλίζουν ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης.
Τι δείχνει η συνολική εικόνα
Η εικόνα που διαμορφώνεται από τα στοιχεία της Τράπεζα της Ελλάδος είναι αυτή μιας αγοράς που αρχίζει να προσαρμόζεται σε ένα νέο επιτοκιακό περιβάλλον, χωρίς όμως να έχει περάσει σε φάση ουσιαστικής αποκλιμάκωσης.
Η μείωση των επιτοκίων χορηγήσεων αποτελεί ένα πρώτο βήμα, αλλά το γεγονός ότι οι αποδόσεις των καταθέσεων παραμένουν χαμηλές και ότι το επιτοκιακό περιθώριο εξακολουθεί να κινείται σε υψηλά επίπεδα δείχνει ότι η προσαρμογή γίνεται με αργούς ρυθμούς.
Για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, το μήνυμα είναι διττό: το κόστος δανεισμού αρχίζει να υποχωρεί, αλλά η πραγματική ελάφρυνση παραμένει περιορισμένη, ενώ οι ανισότητες μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών δανειοληπτών συνεχίζουν να διευρύνονται.
Διαβάστε επίσης: ΤτΕ: Κάτω από 4% η ψαλίδα επιτοκίων τον Δεκέμβριο – Μειώθηκαν τα επιτόκια δανείων, «πάγωσαν» οι καταθέσεις







Μ.Η.Τ. 242183