Της Μαρίας Αναστασιάδη
Σε προσωρινή αναστολή της χρέωσης τόκων για τα δάνεια που έχουν ρυθμιστεί μέσω του νόμου Κατσέλη προχωρούν οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Η απόφαση αυτή έρχεται μετά τη δημοσιοποίηση πρόσφατης κρίσης του Αρείου Πάγου, η οποία δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στις συγκεκριμένες υποθέσεις.
Σύμφωνα με στελέχη του κλάδου, το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης δεν παρέχει επαρκή σαφήνεια για τον ακριβή τρόπο με τον οποίο πρέπει να εφαρμόζεται η επιτοκιακή επιβάρυνση στους δανειολήπτες που έχουν υπαχθεί στις ρυθμίσεις του νόμου 3869/2010. Για τον λόγο αυτό, οι νομικές υπηρεσίες των εταιρειών επεξεργάζονται σχετικό αίτημα προς τον Άρειο Πάγο, ζητώντας επίσημες διευκρινίσεις. Μέχρι να υπάρξει ξεκάθαρη κατεύθυνση, οι οφειλέτες θα συνεχίσουν να καταβάλλουν μόνο το κεφάλαιο της οφειλής τους, χωρίς επιπλέον χρέωση τόκων.
Η θέση του Αρείου Πάγου
Το Ανώτατο Δικαστήριο φαίνεται να υιοθετεί την άποψη ότι το επιτόκιο πρέπει να εφαρμόζεται πάνω στο ποσό της μηνιαίας δόσης και όχι στο συνολικό ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου. Η προσέγγιση αυτή θεωρείται ότι βρίσκεται πιο κοντά στη φιλοσοφία του νόμου Κατσέλη, ο οποίος θεσπίστηκε για να αντιμετωπίσει τα σοβαρά προβλήματα υπερχρέωσης των νοικοκυριών.
Παράλληλα, η απόφαση συνδέεται με τον ευρύτερο στόχο της οικονομικής επανένταξης των υπερχρεωμένων πολιτών, δίνοντάς τους τη δυνατότητα να ανακτήσουν μέρος της οικονομικής τους δυνατότητας και να επανέλθουν ενεργά στην κοινωνική και παραγωγική ζωή.
Πώς υπολογίζονται συνήθως οι τόκοι
Στη διεθνή τραπεζική πρακτική, οι τόκοι ενός δανείου υπολογίζονται με βάση το συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο. Στην αρχή της αποπληρωμής, το μεγαλύτερο μέρος της δόσης κατευθύνεται στην κάλυψη τόκων, ενώ μικρότερο ποσό μειώνει το κεφάλαιο.
Καθώς οι δόσεις καταβάλλονται και το υπόλοιπο του δανείου περιορίζεται, μειώνεται σταδιακά και το ποσό των τόκων που ενσωματώνεται σε κάθε μηνιαία πληρωμή. Έτσι, με την πάροδο του χρόνου, αυξάνεται το τμήμα της δόσης που αποπληρώνει το κεφάλαιο.
Διαφορετικές προσεγγίσεις για την ερμηνεία της απόφασης
Η ερμηνεία της απόφασης έχει προκαλέσει αντιδράσεις και διαφορετικές αναγνώσεις. Νομικοί που εκπροσωπούν δανειολήπτες υποστηρίζουν ότι το συνολικό χρέος πρέπει να διαιρείται με τον αριθμό των δόσεων που έχει ορίσει το δικαστήριο και οι τόκοι να υπολογίζονται μόνο πάνω σε αυτό το σταθερό μηνιαίο ποσό. Κατά την άποψή τους, η πρακτική αυτή οδηγεί σε ιδιαίτερα περιορισμένη επιβάρυνση, καθιστώντας τα δάνεια σχεδόν άτοκα.
Αντίθετα, ορισμένοι παράγοντες της χρηματοπιστωτικής αγοράς εκτιμούν ότι η απόφαση μπορεί να σημαίνει διαφορετικό τρόπο υπολογισμού, με αποτέλεσμα οι τόκοι να μεταβάλλονται καθώς προχωρά η αποπληρωμή των δόσεων.
Εκπρόσωποι των εταιρειών διαχείρισης υπογραμμίζουν ότι καμία από τις παραπάνω ερμηνείες δεν μπορεί να θεωρηθεί οριστική χωρίς επίσημη αποσαφήνιση από τον ίδιο τον Άρειο Πάγο. Γι’ αυτό και αναμένεται να υποβληθεί σχετικό ερώτημα μέσω της προβλεπόμενης θεσμικής διαδικασίας.
Οι επιπτώσεις στην αγορά
Οι εκτιμήσεις αναφέρουν ότι περίπου 300.000 δάνεια, συνολικής αξίας περίπου 6 δισ. ευρώ, έχουν ενταχθεί στο καθεστώς του νόμου Κατσέλη. Τα περισσότερα από αυτά δεν βρίσκονται πλέον στους ισολογισμούς των τραπεζών, καθώς έχουν μεταφερθεί στο πλαίσιο των διαδικασιών εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος.
Οι πρώτες αναλύσεις της αγοράς είχαν υπολογίσει ότι η εφαρμογή της συγκεκριμένης ερμηνείας θα μπορούσε να προκαλέσει απώλειες που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ για τους πιστωτές. Μια τέτοια εξέλιξη θα επηρέαζε τις ανακτήσεις από τιτλοποιημένα χαρτοφυλάκια δανείων και ενδεχομένως θα δημιουργούσε ζητήματα σε σχέση με τις κρατικές εγγυήσεις του προγράμματος «Ηρακλής».
Παράλληλα, τραπεζικοί κύκλοι εκφράζουν ανησυχίες ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αποτελέσει προηγούμενο και για άλλες κατηγορίες ευάλωτων οφειλετών που έχουν ρυθμίσει τα χρέη τους μέσω διαφορετικών μηχανισμών, όπως ο εξωδικαστικός συμβιβασμός, διεκδικώντας αντίστοιχη μεταχείριση.







Μ.Η.Τ. 242183