Η ελληνική αμυντική βιομηχανία σε σταυροδρόμι: Αναγκαία η στρατηγική 5ετίας και η αξιοποίηση του ReArm Europe
Η ελληνική αμυντική βιομηχανία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής, με προκλήσεις και ευκαιρίες που προκύπτουν από το 12ετές εξοπλιστικό πρόγραμμα και το ευρωπαϊκό σχέδιο ReArm Europe. Ο Σύνδεσμος Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ) έθεσε επί τάπητος τις προτεραιότητες για την ανάπτυξη του κλάδου, υπογραμμίζοντας την ανάγκη χάραξης μιας συνεκτικής στρατηγικής πενταετίας, προκειμένου η Ελλάδα να αξιοποιήσει πλήρως τις νέες χρηματοδοτικές και τεχνολογικές ευκαιρίες στον τομέα της άμυνας.
Ο πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ, Τάσος Ροζολής, σε συνέντευξη Τύπου στην ΕΣΗΕΑ, παρουσίασε στοιχεία για τον ελληνικό αμυντικό τομέα, επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχει ενιαία αρμόδια αρχή που να συλλέγει και να επικυρώνει δεδομένα για τον κλάδο. Σύμφωνα με τη Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Εξοπλισμών και Επενδύσεων, σήμερα στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται περίπου 400 οντότητες στον αμυντικό τομέα – εταιρείες, ερευνητικά κέντρα, start-ups και πανεπιστημιακά ιδρύματα – με 15.000 εργαζόμενους και κύκλο εργασιών άνω των 1,5 δισ. ευρώ.
Η ελληνική αμυντική βιομηχανία διατηρεί πρωταγωνιστικό ρόλο στο European Defence Fund (EDF), καθώς η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη σε συμμετοχές και κατακυρώσεις προγραμμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ποσοστό συμμετοχής 57% στα τρέχοντα προγράμματα. Ωστόσο, όπως τόνισε ο κ. Ροζολής, η καταγραφή και χαρτογράφηση του κλάδου βρίσκεται σε εξέλιξη σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης.
Προβληματισμοί για το πλαίσιο των προμηθειών
Ο ΣΕΚΠΥ εξέφρασε την ανησυχία του για το θεσμικό πλαίσιο των προμηθειών. Μέχρι το 2011, η ελληνική νομοθεσία προέβλεπε 30% Εγχώρια Προστιθέμενη Αξία (ΕΠΑ) σε κάθε εξοπλιστική προμήθεια άνω των 10 εκατ. ευρώ, μαζί με πρόσθετα αντισταθμιστικά ωφελήματα. Ωστόσο, εν μέσω οικονομικής κρίσης, το καθεστώς αυτό καταργήθηκε, με αποτέλεσμα οι προμήθειες να πραγματοποιούνται σήμερα κυρίως μέσω διακρατικών συμφωνιών και απευθείας αναθέσεων.
«Η Ελλάδα δαπανά τεράστια ποσά για εξοπλισμούς και πρέπει να διασφαλίζει τουλάχιστον 30% βιομηχανικές επιστροφές, όπως κάνουν άλλες χώρες», τόνισε ο πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συμφωνία με τη Naval Group και τη Fincantieri, που πρόσφεραν άνω του 30% εγχώρια συμμετοχή στο πλαίσιο των προμηθειών κορβετών.
Η πρόταση για νέο θεσμικό πλαίσιο και υφυπουργείο Αμυντικής Βιομηχανίας
Ο ΣΕΚΠΥ κατέθεσε συγκεκριμένες προτάσεις για την ενίσχυση της ελληνικής συμμετοχής στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα, μεταξύ των οποίων:
- Δημιουργία υφυπουργείου ή γενικής γραμματείας Αμυντικής Βιομηχανίας, με εξειδικευμένο προσωπικό και ισχυρές αρμοδιότητες.
- Υποχρεωτική συμμετοχή ελληνικών εταιρειών στα κοινοπρακτικά αμυντικά προγράμματα, ειδικά όταν πρόκειται για προμήθειες υψηλού κόστους.
- Αναθεώρηση του νόμου περί προμηθειών, ώστε να εξασφαλίζονται ουσιαστικές βιομηχανικές επιστροφές για τις ελληνικές εταιρείες.
- Ενίσχυση της εγχώριας τεχνολογικής παραγωγής, όπως συνέβη με τη συμμετοχή της ΜΕΤΚΑ στην παραγωγή κρίσιμων τμημάτων των αρμάτων Leopard.
Η ευκαιρία του ReArm Europe και οι στρατηγικές επενδύσεις
Η Ευρώπη διαθέτει 800 δισ. ευρώ για την ενίσχυση της αμυντικής της βιομηχανίας, εκ των οποίων τα 650 δισ. είναι δαπάνες υπέρβασης χρέους και τα 150 δισ. δάνεια. Ο ΣΕΚΠΥ εκτιμά ότι η Ελλάδα πρέπει να αξιοποιήσει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των κονδυλίων, καθώς μέχρι σήμερα η συμμετοχή της δεν ξεπερνά το 2-3%.
Ένα παράδειγμα επιτυχημένης στρατηγικής είναι η Κύπρος, η οποία σε μόλις πέντε χρόνια δημιούργησε Γενική Γραμματεία Αμυντικής Βιομηχανίας υπό την αιγίδα του Προέδρου της Δημοκρατίας, με ενεργό συμμετοχή κυβερνητικών, στρατιωτικών και βιομηχανικών φορέων. Αντίστοιχη προσέγγιση, σύμφωνα με τον ΣΕΚΠΥ, θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στην Ελλάδα.
Ο ΣΕΚΠΥ έθεσε επί τάπητος και την κατάσταση στην Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ), η οποία – παρά τις συμφωνίες για Rafale και F-35 – αδυνατεί να αξιοποιήσει το πλεονέκτημα αυτών των προγραμμάτων. Ο κ. Ροζολής προτείνει τη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων στην ΕΑΒ, με σαφείς συμβάσεις και δεσμεύσεις, προκειμένου να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα και η ανταγωνιστικότητά της.
Το μεγάλο ζητούμενο: Η στρατηγική 5ετίας
Ο πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ έκλεισε την ομιλία του τονίζοντας ότι η Ελλάδα χρειάζεται ξεκάθαρη στρατηγική 5ετίας για την αμυντική της βιομηχανία. «Δεν μπορούμε να αγοράζουμε εξοπλισμούς αλά καρτ, χωρίς να διασφαλίζουμε ελληνική συμμετοχή. Για παράδειγμα, τα Rafale αγοράστηκαν χωρίς ελληνική εμπλοκή, ενώ στις φρεγάτες Belharra καταφέραμε να κερδίσουμε μόλις 12% συμμετοχή. Είναι εφικτό να φτάσουμε το 30%, όπως συνέβη με τις κορβέτες της Naval Group και της Fincantieri», επισήμανε.
Η αναπτυξιακή προοπτική της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας δεν μπορεί να στηριχθεί σε αποσπασματικές κινήσεις, αλλά απαιτεί μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, αξιοποίηση ευρωπαϊκών κονδυλίων και θεσμική θωράκιση.







Μ.Η.Τ. 242183