Τα ελληνικά νοικοκυριά το 2024 στράφηκαν μαζικά στα καταναλωτικά δάνεια, αφήνοντας πίσω τα στεγαστικά. Τι δείχνει έρευνα της ΤτΕ
Κατανάλωση αντί ιδιοκατοίκησης δείχνει το τραπεζικό τοπίο για τα ελληνικά νοικοκυριά το 2024, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Τα καταναλωτικά δάνεια κυριάρχησαν έναντι των στεγαστικών, με τη συνολική χρηματοδότηση να ξεπερνά τα 1,7 δισ. ευρώ, έναντι περίπου 1,42 δισ. ευρώ για την αγορά κατοικίας.
Η καθαρή πιστωτική επέκταση ήταν θετική μόνο στα καταναλωτικά δάνεια, τα οποία κατέγραψαν αύξηση 5,5% στον μέσο ρυθμό ανόδου. Αντίθετα, τα στεγαστικά υποχώρησαν κατά 2,9%, παρά το θετικό boost από το πρόγραμμα «Σπίτι μου». Είναι πάντως μια βελτίωση σε σχέση με το -3,7% του 2023.
Οι Έλληνες δανείζονται περισσότερο αλλά… ακριβότερα
Η μέση μηνιαία εκταμίευση καταναλωτικών δανείων τακτής λήξης έφτασε τα 145 εκατ. ευρώ, αυξημένη κατά 34% σε σχέση με πέρυσι. Στα νέα στεγαστικά, το αντίστοιχο νούμερο ήταν 119 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 20,4%.
Ωστόσο, τα επιτόκια παραμένουν σημαντικά υψηλότερα στην κατανάλωση:
-
Καταναλωτικά τακτής λήξης: 10,8%
-
Καταναλωτικά μη καθορισμένης διάρκειας (π.χ. κάρτες): 15%
-
Στεγαστικά: 4,1%
-
Μέσο όρο συνολικών δανείων νοικοκυριών: 6,1%
Η «γεωμετρία» του προγράμματος «Σπίτι μου»
Σύμφωνα με τα στοιχεία, πάνω από 400 εκατ. ευρώ από τα νέα στεγαστικά αφορούσαν το πρώτο κύμα του προγράμματος «Σπίτι μου», της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, με μηδενικό επιτόκιο για το 75% της συνολικής χρηματοδότησης και απαλλαγή από την εισφορά 0,12%. Η κρατική στήριξη ήταν κομβική για να «φρενάρει» την περαιτέρω πτώση των στεγαστικών.
Αξιοσημείωτο είναι πως το 56% των νέων δανείων (στεγαστικών και καταναλωτικών) ήταν με σταθερό επιτόκιο για τουλάχιστον ένα έτος. Όμως όσοι τόλμησαν να επιλέξουν κυμαινόμενο επιτόκιο επωφελήθηκαν περισσότερο από τη σταδιακή μείωση των επιτοκίων της ΕΚΤ.







Μ.Η.Τ. 242183