Έρευνα Focus Bari-EDENRED: Χαμηλή εργασιακή ικανοποίηση, ψυχολογική κόπωση και οικονομική πίεση διαμορφώνουν το νέο εργασιακό τοπίο
Η εργασιακή ικανοποίηση των Ελλήνων παραμένει χαμηλή, με την ψυχολογική κόπωση να αυξάνεται, σύμφωνα με τη νέα έρευνα Focus Bari για την EDENRED, υπό την αιγίδα του Συνδέσμου Διοίκησης Ανθρώπινου Δυναμικού Ελλάδος (ΣΔΑΔΕ). Περίπου ένας στους τρεις εργαζόμενους (30%) δηλώνει μη ικανοποιημένος από τη δουλειά του, ενώ μόλις 2 στους 10 (20%) δηλώνουν ικανοποιημένοι. Το 45% των συμμετεχόντων απαντά «ουδέτερα», δείχνοντας μια αγορά εργασίας στάσιμη και ψυχολογικά εξαντλημένη.
Η χαμηλή ικανοποίηση εντοπίζεται κυρίως σε κλάδους λιανεμπορίου, χρηματοοικονομικών υπηρεσιών και μεταξύ όσων εργάζονται αποκλειστικά με φυσική παρουσία.
Παράγοντες ικανοποίησης και «γκρίζες ζώνες»
Οι πέντε βασικοί παράγοντες που καθορίζουν την εργασιακή ικανοποίηση είναι:
- οι αποδοχές,
- οι ευκαιρίες εξέλιξης,
- το εργασιακό κλίμα,
- η ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, και
- το πακέτο παροχών.
Ωστόσο, το 50% των εργαζομένων θεωρεί ότι η προσπάθειά του δεν αναγνωρίζεται, ενώ 4 στους 10 ζητούν μεγαλύτερη διαφάνεια και αξιοκρατία στις αξιολογήσεις και ανταμοιβές.
Το μήνυμα της έρευνας είναι σαφές: οι Έλληνες αναζητούν ασφάλεια, σεβασμό και αναγνώριση, περισσότερο από χρηματικές παροχές.
Το άγχος «πνίγει» το 75% των εργαζομένων
Το άγχος αποτελεί τη νέα “νόσο” της εργασίας, με τρεις στους τέσσερις εργαζομένους (75%) να δηλώνουν ότι βιώνουν έντονο εργασιακό στρες.
Οι πιο επιβαρυμένες ομάδες είναι:
- Μάνατζερ και οι επικεφαλής ομάδων,
- Τμήματα marketing και πωλήσεων, και
- Γυναίκες εργαζόμενες.
Τα βασικά αίτια του άγχους εντοπίζονται σε υπερβολικό φόρτο εργασίας, πιεστικά deadlines, ελλιπές προσωπικό, τοξικά περιβάλλοντα και συνεχείς αλλαγές προτεραιοτήτων.
Ενδιαφέρον είναι πως το άγχος μειώνεται με την ηλικία, καθώς οι μεγαλύτεροι εργαζόμενοι φαίνεται να διαχειρίζονται πιο ώριμα τις επαγγελματικές πιέσεις.
Εκπαίδευση, κινητικότητα και «ψηφιακή μετανάστευση»
Η έρευνα δείχνει ότι η επαγγελματική εκπαίδευση υφίσταται, αλλά όχι για όλους.
Μόνο 1 στους 2 εργαζομένους διαθέτει προσωποποιημένο πλάνο κατάρτισης, ενώ το υπόλοιπο 50% δηλώνει ότι οι εκπαιδεύσεις δεν καλύπτουν τις πραγματικές ανάγκες του.
Παράλληλα, η κινητικότητα στην αγορά παραμένει υψηλή:
-
Ένας στους τρεις σχεδιάζει να αλλάξει εργοδότη μέσα στο 2026,
-
και το 30% δηλώνει ότι θα ήθελε να εργαστεί για εταιρεία του εξωτερικού εξ αποστάσεως, χωρίς να φύγει από την Ελλάδα, ένα νέο μοντέλο «ψηφιακής μετανάστευσης» που επεκτείνεται ραγδαία.
Οι εργοδότες σε αναζήτηση ταλέντων
Από την πλευρά των εργοδοτών, 2 στις 3 εταιρείες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δυσκολίες προσέλκυσης ταλέντων, αν και το ποσοστό μειώθηκε από 75% το 2024 σε 66% το 2025.
Παράλληλα, 1 στις 2 επιχειρήσεις δηλώνει δυσκολία στη διατήρηση προσωπικού, κυρίως λόγω περιορισμένων προοπτικών εξέλιξης και ανταγωνιστικών παροχών άλλων εταιρειών.
Το 60% των επιχειρήσεων σχεδιάζει αυξήσεις μισθών μέσα στο 2026, το 24% οριζόντια, το 40% στοχευμένα, ενώ μία στις δύο προγραμματίζει νέες προσλήψεις.
Το γενικό συμπέρασμα της έρευνας είναι πως η ελληνική αγορά εργασίας σταθεροποιείται, αλλά οι εργαζόμενοι βιώνουν ψυχολογική πίεση και οικονομική ανασφάλεια.
Η ανάγκη για σεβασμό, ευελιξία, διαφάνεια και πραγματικές ευκαιρίες εξέλιξης είναι ισχυρότερη από ποτέ.
Όπως σχολίασε η Μαρία Βερούχη, «ο σύγχρονος εργαζόμενος ζητά κάτι περισσότερο από έναν μισθό. Ζητά εμπιστοσύνη, αξιοκρατία και χώρο να αναπνεύσει».
Διαβάστε επίσης: Εξέλιξη της χαλαρότητας στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα (2009–2024)







Μ.Η.Τ. 242183