Δύο μονάδες υψηλότερο από το 2022 κατέγραψε τελικά η Eurostat το χρέος του Ελληνικού Δημοσίου ως ποσοστό του ΑΕΠ για το 2023. Βασικός λόγος, η ενσωμάτωση των αναβαλλόμενων τόκων για τα δάνεια του EFSF από το δεύτερο μνημόνιο. Συγκεκριμένα, ενσωματώθηκαν στο δείκτη χρέους οι αναβαλλόμενοι τόκοι οδηγώντας σε αύξηση του ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά 5,5 ποσοστιαίες μονάδες τα έτη 2020, 2021 και 2023 και κατά 5,4 μονάδες το 2022.
Η ενσωμάτωση αυτή θα μπορούσε να έχει μεγαλύτερη επίπτωση στον δείκτη του ελληνικού χρέους εάν δεν είχε μεσολαβήσει η αναθεώρηση προς τα πάνω του ΑΕΠ. (2,3% έναντι αρχικής πρόβλεψης 2%). Η αναθεώρηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της επίπτωσης στο λόγω χρέους προς ΑΕΠ κατά 3,5%.
Αποτέλεσμα των παραπάνω παραγόντων ήταν το δημόσιο χρέος να διαμορφώνεται στο 163,9% του ΑΕΠ το 2023 από 161,9% του ΑΕΠ με βάση τα στοιχεία Απριλίου 2024. Σε απόλυτους αριθμούς το δημόσιο χρέος αυξήθηκε στα 369,09 δις. ευρώ με ΑΕΠ στα 225,1 δις. ευρώ. Στην πρώτη εκτίμηση του Απριλίου, το χρέος είχε υπολογιστεί 356,69 δις. ευρώ, με ΑΕΠ στα 220,3 δις. ευρώ.
Ειδικοί επισημαίνουν πως η εν λόγω μικρή αύξηση του ελληνικού χρέους δεν συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο για τους επενδυτές. Το δημόσιο χρέος αναμένεται να συνεχίζει να κινείται πτωτικά ενώ το 2024 θα συνεχίσει να υποχωρεί ως ποσοστό του ΑΕΠ για να διαμορφωθεί σχεδόν στο 153,7%.
Καθοριστικός παράγοντας η επικείμενη πρόωρη εξόφληση τριών ακόμα δόσεων από το δάνειο του πρώτου μνημονίου ύψους 7,94 δις. ευρώ, απορροφώντας σχεδόν στο σύνολό της την επίδραση από την αναδρομική συμπερίληψη των τόκων του EFSF στο λόγο χρέους προς ΑΕΠ.






Μ.Η.Τ. 242183