Νέες προκλήσεις για επιχειρήσεις, καταναλωτές και κυβερνήσεις φέρνουν οι έντονες διακυμάνσεις στις τιμές του φυσικού αερίου από τις αρχές του έτους που οδήγησαν σε εκτόξευση των τιμών στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων δύο ετών.
Της Χριστίνας Δημητρίου
Ο βασικός δείκτης αναφοράς για το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο, το TTF, διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή περίπου στα 47 ευρώ ανά μεγαβατώρα (ή 14,50 δολάρια ανά MBtu). Αν και αυτό είναι πολύ χαμηλότερο από τις τιμές που παρατηρήθηκαν μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, παραμένει σχεδόν διπλάσιο από τα προ-κρίσης επίπεδα. Η προσφορά φυσικού αερίου έχει περιοριστεί λόγω της διακοπής της διέλευσης ρωσικού αερίου μέσω Ουκρανίας από τον Ιανουάριο του 2025, καθώς και της επιστροφής σε φυσιολογικές χειμερινές συνθήκες μετά από δύο ήπιους χειμώνες, αυξάνοντας τις αναλήψεις από τις αποθήκες αερίου.
Επιπλέον, όπως αναφέρει ανάλυση του ΙΕΑ, μια παρατεταμένη περίοδος χαμηλών ανέμων και περιορισμένης ηλιοφάνειας το πρώτο μισό του Νοεμβρίου – γνωστή ως «Dunkelflaute» – αύξησε την κατανάλωση αερίου κατά 80% σε σύγκριση με το 2023 για να διασφαλιστεί η συνεχής παροχή ηλεκτρικής ενέργειας. Παρά την προβλεπόμενη αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς LNG κατά 5% το 2025, η διακοπή της ρωσικής παροχής μέσω Ουκρανίας εξουδετερώνει μέρος αυτής της ανάπτυξης.
Τα χαμηλά επίπεδα αποθεμάτων φυσικού αερίου στην ΕΕ – περίπου 24 δισ. κυβικά μέτρα (bcm) ή 36% λιγότερα από πέρυσι – αυξάνουν περαιτέρω τις τιμές. Η επίτευξη των στόχων της ΕΕ για την πλήρωση των αποθεμάτων πριν από τον επόμενο χειμώνα απαιτεί αυξημένες εισαγωγές LNG, εντείνοντας τον ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά.
Η τέταρτη συνεχόμενη χρονιά υψηλών και ασταθών τιμών φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχει επιφέρει σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις. Οι υψηλές τιμές του φυσικού αερίου επηρεάζουν άμεσα τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος και έμμεσα τις τιμές των τροφίμων, λόγω αυξημένου κόστους παραγωγής. Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες έχουν υποστεί σημαντική πίεση, με τις τιμές του φυσικού αερίου να είναι κατά μέσο όρο 30% υψηλότερες από αυτές της Κίνας και πέντε φορές υψηλότερες από τις αντίστοιχες στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ορισμένες ενεργοβόρες βιομηχανίες έχουν μειώσει την παραγωγή τους ή έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους, θέτοντας σε κίνδυνο την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών έχουν εφαρμόσει μια σειρά μέτρων για τη μείωση της μεταβλητότητας και την προστασία των καταναλωτών, όπως η στήριξη της οικονομικής προσιτότητας, οι υποχρεώσεις αποθήκευσης, οι εθελοντικοί στόχοι μείωσης της κατανάλωσης και ο μηχανισμός κοινών αγορών φυσικού αερίου. Παρά τις υφιστάμενες προκλήσεις, η Ευρώπη έχει επωφεληθεί από τις καλά διασυνδεδεμένες υποδομές φυσικού αερίου και τις αυξημένες δυνατότητες εισαγωγής LNG, οι οποίες έχουν επιτρέψει τη γρήγορη διαφοροποίηση των προμηθειών της.
Από το 2022, έχουν προστεθεί περίπου 250 γιγαβάτ νέας ανανεώσιμης ηλεκτροπαραγωγικής ισχύος στην Ευρώπη, μειώνοντας τη ζήτηση φυσικού αερίου κατά πάνω από 60 bcm. Αν και οι πωλήσεις αντλιών θερμότητας έχουν επιβραδυνθεί από τα υψηλά επίπεδα του 2022-2023, 8 εκατομμύρια μονάδες έχουν πωληθεί από τότε, μειώνοντας τη ζήτηση φυσικού αερίου στην αιχμή της θέρμανσης. Επιπλέον, οι βελτιώσεις στην ενεργειακή απόδοση το 2022-2023 απέτρεψαν ακόμη μεγαλύτερη πίεση στις προμήθειες και στις τιμές, αν και η πρόοδος στον τομέα αυτό επιβραδύνθηκε το 2024.
Συνολικά, η ζήτηση φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή στην Ευρώπη συνέχισε να μειώνεται το 2024, καταγράφοντας πτώση 8% για πέμπτο συνεχόμενο έτος. Παρά τα σαφή σημάδια διαρθρωτικής μείωσης, το φυσικό αέριο παραμένει ζωτικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια της ηπείρου, παρέχοντας ευελιξία στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας για τη συμπλήρωση των μεταβλητών ανανεώσιμων πηγών.
Με την Ευρώπη να εξέρχεται από τον χειμώνα με χαμηλά επίπεδα αποθήκευσης φυσικού αερίου και εν μέσω γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας, η ενεργειακή ασφάλεια παραμένει βασική πρόκληση για το 2025. Οι παγκόσμιες αγορές φυσικού αερίου δεν αναμένεται να αρχίσουν να εξομαλύνονται πριν από το 2026, όταν ένα κύμα νέων έργων LNG – κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Κατάρ – θα ενισχύσει την παγκόσμια προσφορά κατά σχεδόν 50% έως το 2030.







Μ.Η.Τ. 242183