Δημοσκόπηση που διενέργησε η prorata για λογαριασμό του Green Tank έδειξε ότι οι πολίτες στη Δυτική Μακεδονία ενθαρρύνουν την αλλαγή του υφιστάμενου από το 2020 σχεδιασμού που βασίζεται στο αέριο. Οι ίδιοι φαίνεται να επιζητούν ολοένα και περισσότερο μακροχρόνια βιώσιμες λύσεις που βασίζονται στον εξηλεκτρισμό της θέρμανσης και την αξιοποίηση των ΑΠΕ.
Green Tank: Ρεκόρ δεκαετίας «πράσινης» ενέργειας στο 8μηνο
Αυτό σημειώνει ανάλυση του Green Tank τονίζοντας πως ο σχεδιασμός για τη μετάβαση του συστήματος θέρμανσης και τηλεθέρμανσης των λιγνιτικών περιοχών της χώρας στη μεταλιγνιτική περίοδο έγινε το 2020 με πολιτικούς όρους και βασίστηκε εξ ολοκλήρου στο ορυκτό αέριο.
Ρωσικό αέριο/ Το μεγάλο comeback: Εξαπλάσιες οι εισαγωγές από Ρωσία το πρώτο εξάμηνο του 2024
Έκτοτε, ραγδαίες αλλαγές στην ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική κατέστησαν τις νέες υποδομές αερίου όχι μόνο κλιματικά επιζήμιες, αλλά και οικονομικά μη βιώσιμες. Παρ’ όλα αυτά, ο σχεδιασμός για τη θέρμανση των λιγνιτικών περιοχών της Ελλάδας παρέμεινε πρακτικά αμετάβλητος και εξακολουθεί να στηρίζεται στο αέριο ως σήμερα.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι πολίτες των λιγνιτικών πόλεων της χώρας βρίσκονται σήμερα σε αδιέξοδο, καθώς κυβέρνηση, τοπική αυτοδιοίκηση και ΔΕΗ αδυνατούν να φτάσουν σε συμφωνία σχετικά με τον τρόπο επιμερισμού του πολύ υψηλού κόστους εφαρμογής αυτής της λύσης.
Τα έργα
Στα € 420 εκατ. υπολογίζει το Green Tank το συνολικό κόστος των υποέργων που σχεδιάζονται όπως α) η διασύνδεση της τηλεθέρμανσης Κοζάνης με το ενιαίο δίκτυο τηλεθερμάνσεων, β) η νέα μονάδα ΣΗΘΥΑ αερίου που θα κατασκεύαζε η ΔΕΗ και γ) η διασύνδεση της τηλεθέρμανσης Αμυνταίου, συνολικού κόστους €176 εκατ. δεν έχουν ξεκινήσει ακόμα, ενώ σημειώνονται σημαντικές καθυστερήσεις σε υπό κατασκευή έργα.
Υψηλό κόστος
Εκτός από το υψηλό κόστος εγκατάστασης, η ανάλυση κόστους-οφέλους για την πόλη της Κοζάνης δείχνει ότι και το κόστος λειτουργίας αυτών των συστημάτων θα κινείται ανοδικά λόγω της εξάρτησης από το ρυπογόνο και ακριβό ορυκτό αέριο, επιβαρύνοντας όχι μόνο τις λιγνιτικές πόλεις, αλλά και το σύνολο των καταναλωτών της χώρας.
Αυτά συμβαίνουν στην Ελλάδα τη στιγμή που οι τιμές αερίου εξακολουθούν να εμφανίζουν διακυμάνσεις χωρίς να έχουν επανέλθει στα προ κρίσης επίπεδα, ενώ η Ευρώπη επιταχύνει την απεξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα, περιορίζοντας δραστικά τις χρηματοδοτήσεις για υποδομές αερίου. Ειδικά για τη θέρμανση και τα συστήματα τηλεθέρμανσης προκρίνονται λύσεις που βασίζονται στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, με τη Δανία, τη Λετονία και την Ουγγαρία να δίνουν ήδη καλά παραδείγματα, ενώ για την τηλεθέρμανση των λιγνιτικών περιοχών της Ελλάδας έχουν ήδη κατατεθεί αντίστοιχες προτάσεις που βασίζονται στις ΑΠΕ.
Οι προτάσεις
«Ο ριζικός επανασχεδιασμός για τη θέρμανση και την τηλεθέρμανση των λιγνιτικών περιοχών είναι απαραίτητος και αμιγώς ζήτημα πολιτικής βούλησης. Η αξιοποίηση των διαθέσιμων τεχνολογιών ΑΠΕ, η τεχνικο-οικονομική τεκμηρίωση και η διαβούλευση με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς αποτελούν τη μόνη ασφαλή και μακροπρόθεσμα βιώσιμη λύση στο σημερινό αδιέξοδο», δήλωσε ο Νίκος Μάντζαρης, αναλυτής ενεργειακής πολιτικής και συνιδρυτής του Green Tank.
Με αυτά τα δεδομένα, το του Green Tank καταλήγει στα εξής:
- Για τις τρεις πόλεις που σήμερα έχουν συστήματα τηλεθέρμανσης (Κοζάνη, Πτολεμαΐδα, Αμύνταιο), η μόνιμη λύση θα πρέπει να αξιοποιεί το κατάλληλο μίγμα τεχνολογιών ΑΠΕ (ηλιοθερμικά συστήματα, αντλίες θερμότητας, φωτοβολταϊκά και ηλεκτρολέβητες, τοπικά παραγόμενη βιομάζα, γεωθερμία κ.α.) ανάλογα με το δυναμικό της κάθε περιοχής και το βέλτιστο κόστος κατασκευής και λειτουργίας.
- Ειδικά για την Κοζάνη, θα απαιτηθεί οπωσδήποτε μια μεταβατική λύση, η οποία μπορεί να βασιστεί στους ηλεκτρολέβητες, με την προϋπόθεση ότι θα βρεθούν πόροι για την κάλυψη του κόστους αγοράς της ηλεκτρικής ενέργειας από το δίκτυο με τρόπο ώστε να μην επιβαρυνθούν επιπλέον οι πολίτες της Κοζάνης για το χρονικό διάστημα που απαιτείται μέχρι την εφαρμογή της μόνιμης λύσης.
- Ένα πρόγραμμα στη λογική του «Απόλλων», ειδικά για τις τηλεθερμάνσεις, θα μπορούσε να γεφυρώσει πιθανά χρηματοδοτικά κενά που θα αναδείξει η τεχνικο-οικονομική αξιολόγηση των λύσεων.
- Για τις πόλεις που δεν έχουν σύστημα τηλεθέρμανσης (Φλώρινα, Μεγαλόπολη), προτείνεται ο εξηλεκτρισμός της θέρμανσης με αντλίες θερμότητας, σε συνδυασμό με παρεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων και εγκατάσταση ΑΠΕ για την κάλυψη της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, είτε από μεμονωμένα νοικοκυριά και επιχειρήσεις, είτε συλλογικά αξιοποιώντας το εργαλείο των ενεργειακών κοινοτήτων.
- Σε ό,τι αφορά τους πόρους, οι λύσεις ΑΠΕ μπορούν να προχωρήσουν γρήγορα και είναι επιλέξιμες για χρηματοδότηση από ευρωπαϊκούς πόρους, σε αντίθεση με το αέριο. Ειδικά οι λιγνιτικές περιοχές έχουν στη διάθεσή τους πολλές δυνατότητες για επενδύσεις σε έργα καθαρής ενέργειας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το Πρόγραμμα Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης, όπου απομένει ακόμα να εξειδικευτεί περίπου το ήμισυ των συνολικών πόρων ύψους 1.6 δισ. ευρώ (τα 1.4 προορίζονται για τις λιγνιτικές περιοχές). Υπάρχουν επίσης τα έσοδα δημοπράτησης δικαιωμάτων εκπομπών που κατευθύνονται στις λιγνιτικές περιοχές από το 2018, τα οποία παραμένουν ως σήμερα εν πολλοίς αναξιοποίητα (144.2 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2018-2023) και φυσικά οι πόροι από τα Περιφερειακά Επιχειρησιακά Προγράμματα (ΠΕΠ) Δυτικής Μακεδονίας και Πελοποννήσου.
Χριστίνα Δημητρίου







Μ.Η.Τ. 242183