Για την Ελλάδα, το 35% των ποταμών παραμένει φυσικό, ενώ πάνω από 500 μικρά υδροηλεκτρικά βρίσκονται σε στάδιο αδειοδότησης
Τα Βαλκάνια θεωρούνται εδώ και χρόνια η τελευταία μεγάλη «δεξαμενή» ελεύθερων ποταμών στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Εκεί όπου σε άλλες περιοχές της Ευρώπης τα ποτάμια έχουν κοπεί, μετατοπιστεί, εγκιβωτιστεί ή φραχθεί, στη βαλκανική χερσόνησο εξακολουθούν να επιβιώνουν εκτεταμένα φυσικά τμήματα με υψηλή οικολογική αξία. Όμως αυτή η εικόνα αλλάζει με ρυθμούς που πλέον δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Μια νέα μελέτη στο πλαίσιο της εκστρατείας «Save the Blue Heart of Europe» καταγράφει ότι μέσα σε μόλις 13 χρόνια χάθηκαν περίπου 2.450 χιλιόμετρα ελεύθερων ποτάμιων διαδρομών, ενώ το ποσοστό των φυσικών ποταμών στην περιοχή μειώθηκε κατά 7%. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν αφορά μόνο το περιβάλλον αλλά και την οικονομία, την ανθεκτικότητα απέναντι σε πλημμύρες και την ασφάλεια υδάτινων πόρων.
Ένα πρόβλημα που δεν είναι μόνο «ρύπανση» αλλά και «συνδεσιμότητα»
Η νέα έκθεση, που ολοκληρώθηκε εντός του 2025 και συγκρίνεται με αντίστοιχη έρευνα του 2012, εκπονήθηκε από τις οργανώσεις Riverwatch και EuroNatur και εξετάζει συνολικά 83.824 χιλιόμετρα ποταμών σε 11 χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα.
Το πιο ουσιαστικό εύρημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη γενική υποχώρηση των φυσικών ποταμών. Η μελέτη αναδεικνύει ένα κρίσιμο ζήτημα που μέχρι πρόσφατα έμενε στη σκιά του δημόσιου διαλόγου: τη συνδεσιμότητα των ποτάμιων δικτύων. Με απλά λόγια, το κατά πόσο τα ποτάμια παραμένουν ενιαία «ζωντανά» οικοσυστήματα, ή κόβονται σε τμήματα που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους λόγω τεχνικών παρεμβάσεων.
Όπως επισημαίνει ο συντονιστής Προγράμματος για το Νερό στο Μεσογειακό Ινστιτούτο για τη Φύση και τον Άνθρωπο (MedINA), Φανοίκος Σακελλαράκης, η Ευρώπη έχει εδώ και δεκαετίες ένα τεράστιο πρόβλημα από τους φραγμούς και το τεμαχισμένο ποτάμιο τοπίο, το οποίο δεν επιτρέπει την ελεύθερη μετακίνηση οργανισμών, τη φυσική ροή ιζημάτων και την ομαλή λειτουργία των οικοσυστημάτων.
Το συμπέρασμα είναι ότι η «καλή ποιότητα νερού» δεν αρκεί από μόνη της. Ένα ποτάμι μπορεί να μην εμφανίζει έντονη ρύπανση αλλά να είναι οικολογικά υποβαθμισμένο, αν η ροή του διακόπτεται από φράγματα και έργα που αλλοιώνουν τη φυσική του δυναμική.
Αρνητική τάση στα Βαλκάνια: Χιλιάδες χιλιόμετρα χάνουν την ελεύθερη ροή
Σύμφωνα με τα ευρήματα της μελέτης, από το 2012 έως το 2025 σημειώνεται σαφής αρνητική τάση στη βαλκανική χερσόνησο. Πέρα από την απώλεια των 2.450 χιλιομέτρων ελεύθερων διαδρομών, τα τμήματα ποταμών που μετατράπηκαν σε τεχνητούς ταμιευτήρες αυξήθηκαν κατά 18%, στοιχείο που συνδέεται άμεσα με τη διεύρυνση των παρεμβάσεων, κυρίως με υδροηλεκτρικά έργα και έργα διαχείρισης ροής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα ποτάμια ταξινομούνται σε κατηγορίες ανάλογα με τον βαθμό αλλοίωσης: από φυσικά, έως ελαφρώς, μετρίως, εκτενώς και σημαντικά τροποποιημένα. Η κατάταξη αυτή λειτουργεί ως εργαλείο για να αποτυπωθεί με ακρίβεια το πόσο «ανέγγιχτα» παραμένουν τα υδάτινα συστήματα σε κάθε χώρα.
Τι δείχνουν τα στοιχεία για την Ελλάδα
Η Ελλάδα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται από τον κ. Σακελλαράκη, βρίσκεται σε σχετικά καλή θέση σε σύγκριση με πολλές βαλκανικές χώρες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν σοβαρές πιέσεις.
Περίπου το 35% των ποταμών στη χώρα διατηρεί φυσική κατάσταση, ενώ ένα 33% χαρακτηρίζεται ως ελαφρώς τροποποιημένο, δηλαδή με ήπιες παρεμβάσεις. Αντίθετα, ένα 22% έως 23% αξιολογείται ως εκτενώς ή σημαντικά τροποποιημένο, στοιχείο που δείχνει ότι ένα σημαντικό μέρος των ποτάμιων αξόνων έχει δεχθεί αλλαγές οι οποίες επηρεάζουν πλέον άμεσα τη λειτουργία του οικοσυστήματος.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του MedINA, πάνω από 3.500 χιλιόμετρα ποτάμιων δικτύων έχουν τροποποιηθεί σημαντικά, με τα βαριά αλλοιωμένα τμήματα να εντοπίζονται κυρίως στους μεγάλους ποτάμιους άξονες της χώρας και να περιορίζονται στο 4%. Στα παραδείγματα που αναφέρονται ως χαρακτηριστικά μεγάλης τροποποίησης περιλαμβάνονται ο Αλιάκμονας και ο Αχελώος.
Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα βρίσκεται κοντά στον «βαλκανικό μέσο όρο», η εικόνα σε γειτονικές χώρες προκαλεί ανησυχία, καθώς περιοχές όπως η Αλβανία εμφανίζουν σημαντική απώλεια φυσικών ποτάμιων τμημάτων την τελευταία 13ετία, γεγονός που επιβαρύνει τη συνολική οικολογική ισορροπία της περιοχής.

Οι πιέσεις: Αντιπλημμυρικά, κλιματική κρίση και ένα μοντέλο έργων που δοκιμάζει τα όρια
Στον δημόσιο διάλογο, τα ποτάμια «επιστρέφουν» συχνά στο προσκήνιο μέσα από δύο μεγάλες θεματικές: την αντιπλημμυρική προστασία και την προσαρμογή στην κλιματική κρίση. Όμως το κρίσιμο ζήτημα είναι ποια έργα επιλέγονται ως απάντηση και πού αυτά χωροθετούνται.
Η κλιματική κρίση, όπως τονίζεται, λειτουργεί με διπλή πίεση. Από τη μία πλευρά παρατηρείται μείωση των διαθέσιμων υδάτων σε αρκετά ποτάμια δίκτυα. Από την άλλη, τα ακραία καιρικά φαινόμενα εντείνουν το πλημμυρικό ρίσκο. Αυτό δημιουργεί μια σύγκρουση προσεγγίσεων: προστασία ανθρώπων και υποδομών με τεχνικές κατασκευές ή ενίσχυση της φυσικής λειτουργίας των ποταμών με προστασία πλημμυρικών πεδίων και αποκατάσταση οικολογικής συνδεσιμότητας.
Στην πράξη, η δεύτερη επιλογή εμφανίζεται ολοένα πιο κρίσιμη, όχι ως «ρομαντική» περιβαλλοντική στρατηγική, αλλά ως εργαλείο πραγματικής ανθεκτικότητας.
Το μεγάλο δίλημμα των μικρών υδροηλεκτρικών
Η μελέτη και οι επισημάνσεις των επιστημόνων καταλήγουν σε έναν βασικό πυρήνα προβληματισμού: τη χωροθέτηση νέων μικρών υδροηλεκτρικών έργων ή ευρύτερα ενεργειακών έργων σε ποτάμια που παραμένουν ακόμη οικολογικά πολύτιμα.
Στα Βαλκάνια λειτουργούν ήδη πάνω από 1.800 υδροηλεκτρικά έργα, ενώ περισσότερα από 3.000 βρίσκονται στη διαδικασία αδειοδότησης. Στην Ελλάδα λειτουργούν περίπου 120 μικρά υδροηλεκτρικά έργα, πολλά από τα οποία συγκεντρώνονται σε περιοχές υψηλής οικολογικής αξίας όπως η οροσειρά της Πίνδου. Την ίδια στιγμή, περισσότερα από 500 έργα βρίσκονται σε διάφορα στάδια αδειοδότησης.
Το οικονομικό στοιχείο που δίνει ειδικό βάρος στη συζήτηση είναι ότι, σύμφωνα με την εκτίμηση που παρατίθεται, τα μικρά υδροηλεκτρικά συνεισφέρουν μόλις στο 1,6% της ηλεκτρικής παραγωγής της Ελλάδας. Αυτό οδηγεί σε ένα ξεκάθαρο ερώτημα δημόσιας πολιτικής: αξίζει η περιβαλλοντική πίεση και η απώλεια συνδεσιμότητας, όταν το ενεργειακό αποτύπωμα της συγκεκριμένης κατηγορίας έργων είναι συγκριτικά μικρό;
Ζητούμενο νέος χωροταξικός σχεδιασμός και ευρωπαϊκές υποχρεώσεις έως το 2030
Ο πυρήνας της πρότασης που τίθεται είναι να υπάρξει ορθολογικός σχεδιασμός χωροθέτησης, χωρίς να αμφισβητείται η ανάγκη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Όπως υπογραμμίζεται, η περιβαλλοντική κοινότητα δεν αρνείται την ενεργειακή μετάβαση. Αντιθέτως, ζητά να υπάρξει ένα επικαιροποιημένο πλαίσιο, καθώς το τελευταίο ολοκληρωμένο χωροταξικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ στην Ελλάδα χρονολογείται από το 2008 και θεωρείται παρωχημένο.
Σημαντικός παράγοντας στην επόμενη μέρα είναι και ο ευρωπαϊκός κανονισμός για την αποκατάσταση της φύσης που υιοθετήθηκε τον Αύγουστο του 2024, ο οποίος προβλέπει ότι τα κράτη-μέλη πρέπει να απελευθερώσουν 25.000 χιλιόμετρα ποταμών έως το 2030. Στο ίδιο πλαίσιο, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας βρίσκεται σε διαδικασία κατάρτισης του εθνικού σχεδίου αποκατάστασης της φύσης, το οποίο πρέπει να υποβληθεί στην Κομισιόν έως τον Σεπτέμβριο.
Η συζήτηση για τα ποτάμια, πλέον, δεν αφορά μόνο τη φύση. Αφορά το πώς ορίζεται η ανθεκτικότητα μιας χώρας, πώς προστατεύονται οι κοινωνίες από πλημμύρες και λειψυδρία, αλλά και πώς σχεδιάζεται η ενεργειακή μετάβαση χωρίς να μετατρέπεται σε μηχανισμό κατακερματισμού των τελευταίων ελεύθερων οικοσυστημάτων της Ευρώπης.
Διαβάστε επίσης: Διακρατικά ποτάμια, φράγματα και συμφωνίες: Ο πόλεμος του νερού στον Έβρο







Μ.Η.Τ. 242183