Οι τιμές ρεύματος στην Ευρώπη κατρακύλησαν στα 82 €/MWh, όμως η χαμηλή ζήτηση και η έλλειψη αποθήκευσης απειλούν την ενεργειακή μετάβαση
Η ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας το 2024 κατέγραψε ιστορική πτώση στις τιμές χονδρικής, ωστόσο η αστάθεια και οι περιφερειακές ανισότητες δείχνουν ότι η μετάβαση δεν είναι χωρίς προκλήσεις. Σύμφωνα με το Power Barometer 2025 της Eurelectric, η μέση τιμή ρεύματος στην Ε.Ε. διαμορφώθηκε στα 82 €/MWh, από τα 227 €/MWh το 2022, χάρη στην αυξημένη συμμετοχή ανανεώσιμων και πυρηνικής ενέργειας που κάλυψαν το 72% της παραγωγής.
Η εικόνα όμως δεν είναι ομοιόμορφη. Στη νοτιοανατολική Ευρώπη οι τιμές παραμένουν υψηλότερες λόγω εξάρτησης από ορυκτά καύσιμα, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις σημειώθηκαν ακόμη και αρνητικές τιμές (3,6% του χρόνου), υποδηλώνοντας προβλήματα υπερπροσφοράς. Παράλληλα, οι τιμές ξεπέρασαν τα 150 €/MWh μόνο στο 6,9% του έτους, εντυπωσιακή βελτίωση σε σχέση με το 69% του 2022.
Η πρόκληση της χαμηλής ζήτησης
Παρά την πρόοδο στην απανθρακοποίηση, η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε μόλις κατά 1% το 2024 και παραμένει 7% χαμηλότερη από τα προ της ενεργειακής κρίσης επίπεδα του 2021. Η χαμηλή ζήτηση δυσκολεύει τη διατήρηση βιώσιμων επενδύσεων, με τον γενικό γραμματέα της Eurelectric, Kristian Ruby, να προειδοποιεί: «Η σταθεροποίηση της αγοράς απαιτεί δίκτυα, αποθήκευση και ευελιξία. Η ζήτηση πρέπει να ενισχυθεί, αλλιώς η ενεργειακή μετάβαση θα μείνει ημιτελής».
Η ελληνική πραγματικότητα: Φθηνότερο ρεύμα, αλλά με παγίδες
Η πτώση των ευρωπαϊκών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας επηρέασε θετικά και την ελληνική αγορά, με τις μέσες τιμές χονδρικής να μειώνονται σημαντικά σε σχέση με την κορύφωση του 2022. Ωστόσο, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ιδιαίτερες προκλήσεις: υψηλή εξάρτηση από το φυσικό αέριο, περιορισμένη επάρκεια αποθηκευτικών υποδομών και αργή πρόοδο στα «έξυπνα» δίκτυα.
Η διείσδυση των ΑΠΕ έχει αυξηθεί θεαματικά, με το μερίδιό τους να ξεπερνά το 50% της παραγωγής σε ορισμένες περιόδους, γεγονός που οδηγεί σε περιστασιακές αρνητικές τιμές στην αγορά. Αυτό όμως αποκαλύπτει την ανάγκη για επενδύσεις σε αποθήκευση, κυρίως μπαταρίες και αντλησιοταμίευση, ώστε να μην «χαραμίζεται» η πράσινη ενέργεια. Παράλληλα, οι Έλληνες καταναλωτές συνεχίζουν να πιέζονται από τους λογαριασμούς, καθώς οι διακυμάνσεις στις τιμές μεταφέρονται ταχύτατα στη λιανική αγορά.
Η χώρα καλείται λοιπόν να κινηθεί με ταχύτερους ρυθμούς στον εξηλεκτρισμό μεταφορών και θέρμανσης, επενδύοντας ταυτόχρονα σε δίκτυα και ευελιξία. Μόνο έτσι θα μπορέσει να κεφαλαιοποιήσει τα οφέλη της ενεργειακής μετάβασης, διασφαλίζοντας φθηνή και σταθερή ηλεκτρική ενέργεια για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Εξηλεκτρισμός και επενδύσεις: ο μονόδρομος ως το 2030
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θέσει ως στόχο τον εξηλεκτρισμό του 32% έως το 2030, στο πλαίσιο της Συμφωνίας για Καθαρή Βιομηχανία. Για να επιτευχθεί, η Eurelectric καλεί τις κυβερνήσεις να δώσουν κίνητρα για εξηλεκτρισμό σε μεταφορές, θέρμανση και βιομηχανία, ενώ ταυτόχρονα να δημιουργήσουν ισχυρά σήματα επενδύσεων σε δίκτυα, συστήματα αποθήκευσης και λύσεις ευελιξίας.
Η πρόκληση είναι διπλή. Αφενός η παροχή φθηνής και αξιόπιστης ηλεκτρικής ενέργειας σε καταναλωτές και επιχειρήσεις, αφετέρου η θωράκιση της αγοράς από ακραίες διακυμάνσεις τιμών που είδαμε την τελευταία τριετία. Το αν η Ευρώπη θα καταφέρει να ισορροπήσει ανάμεσα στην απανθρακοποίηση, την επενδυτική σταθερότητα και την κοινωνική προσιτότητα του ρεύματος, θα κρίνει και την επιτυχία της ενεργειακής μετάβασης.
Διαβάστε επίσης: Τα μελτέμια «ψαλίδισαν» τις τιμές ρεύματος: Πτώση 23% στη χονδρεμπορική τον Αύγουστο







Μ.Η.Τ. 242183