Έντονη κινητικότητα καταγράφεται στην Ελλάδα από διεθνείς ομίλους που αναζητούν επενδυτικές ευκαιρίες σε εταιρείες από τον κλάδο των τροφίμων και ποτών.
Με κύκλο εργασιών που πλησιάζει τα 20 δισ. ευρώ, η εν λόγω βιομηχανία αποτελεί πυλώνα της ελληνικής οικονομίας, με τις εξαγορές και συγχωνεύσεις στο δυναμικά αναπτυσσόμενο κλάδο των τροφίμων και ποτών να κατέχει εξέχουσα θέση στο χάρτη της οικονομίας. Την εικόνα επιβεβαιώνουν τα στοιχεία Φεβρουαρίου 2026, σύμφωνα με τα οποία ο κλάδος των τροφίμων κατέγραψε σημαντική αύξηση της τάξεως του 12,9% για το σύνολο του 2025.
Το προηγούμενο έτος, ολοκληρώθηκαν 36 συμφωνίες στον εν λόγω τομέα, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση σε αριθμό εξαγορών και συγχωνεύσεων στην Ελλάδα. Το 2025 χαρακτηρίστηκε έτος συμφωνιών (deals), εξαγορών και επενδύσεων, προσελκύοντας ισχυρά επενδυτικά σχήματα (funds) και πολυεθνικούς ομίλους. Πραγματοποιήθηκαν σημαντικές συμφωνίες, από τις νεοφυείς, start up εταιρείες, έως ιστορικές ελληνικές μάρκες, οι οποίες συνεχίζουν την πορεία τους υπό νέα ιδιοκτησία. Ανάμεσα στα ηχηρά deals ξεχώρισαν η εξαγορά της Μπάρμπα Στάθης για 130 εκατ. ευρώ, της γαλακτοβιομηχανίας Δωδώνη για 205 εκατ. ευρώ και πρόσφατα, τον Ιανουάριο του 2026 της φάρμας Κουκάκη, για την οποία ανακοινώθηκε πενταετές επενδυτικό πλάνο 20 εκατ. ευρώ. Η τάση αυτή συνεχίζεται και το 2026.
Σε αυτό το περιβάλλον, funds όπως η EOS Capital Partners, το SMERemediumCap, το Halcyon Equity Partners, η DECA Investments και η VNK Capital πρωταγωνιστούν, τοποθετούμενα σε εταιρείες με αποδεδειγμένη δυναμική και διεθνείς προοπτικές. Οι στοχευμένες κινήσεις και η διαρκής αναζήτηση επενδυτικών ευκαιριών, επιβεβαιώνουν έμπρακτα τη δυναμική και τις προοπτικές του κλάδου των τροφίμων.
Συγκριτικά πλεονεκτήματα
Η υψηλή ποιότητα πρώτης ύλης και η έμφαση που δίνουν οι παραγωγικές επιχειρήσεις στην ποιότητα, συχνά καθιστούν περιζήτητα τα made in Greece τρόφιμα και ποτά όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στις αγορές του κόσμου. Ως εκ τούτου, σε ανοδική πορεία βαίνουν και οι εξαγωγές τροφίμων και ποτών, η συνολική αξία των οποίων, αποτιμάται κοντά στα 12 δισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής. Μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2025, οι εξαγωγές τροφίμων έφτασαν τα 4,62 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 11,2% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Με προσωρινά στοιχεία που επεξεργάστηκαν φορείς όπως ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων (ΠΣΕ) και η ΕΛΣΤΑΤ στις αρχές του 2026, τα τρόφιμα, μαζί με τα ποτά και τα χημικά, ήταν οι κλάδοι που “κράτησαν όρθια” την εξωστρέφεια, με τα τρόφιμα να οδηγούν τις εξαγωγές.
Αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο ο κλάδος τροφίμων και ποτών αποτελεί από τους ισχυρότερους τομείς της οικονομίας. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα, η παγκόσμια αγορά τροφίμων και ποτών εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 7 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2025, με πρόβλεψη να ξεπεράσει τα 7,4 τρισεκατομμύρια δολάρια το 2026 και προοπτική να πλησιάσει τα 15 τρισεκατομμύρια έως το 2034. Η ανάπτυξη αυτή στηρίζεται στην αύξηση της κατανάλωσης παγκοσμίως, τα συσκευασμένα τρόφιμα, την άνοδο του ηλεκτρονικού εμπορίου (online sales) και την αυξανόμενη ζήτηση για υγιεινά προϊόντα (plant–based). Ως εκ τούτου, μαζί με την άνοδο της παραγωγικότητας στον κλάδο των τροφίμων και ποτών, αύξηση που κυμαίνεται στο 3,8% καταγράφει στην Ελλάδα και η αγορά του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων.
Στις ιχθυοκαλλιέργειες
Το σημαντικότερο ίσως deal του 2026, αποτελεί η εξαγορά της Avramar, η οποία, μετά από πολύμηνες «περιπέτειες», περιέρχεται στην Aqua Bridge. Μόλις τις προηγούμενες μέρες οι πιστώτριες επέλεξαν το επενδυτικό fund από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ως προτιμητέο επενδυτή για τη διάσωση και εξαγορά των ελληνικών δραστηριοτήτων της πολύπαθης ιχθυοκαλλιεργητικής εταιρείας.
Το Σχέδιο Διάσωσης περιλαμβάνει σημαντική διαγραφή (περίπου 70%) των δανειακών υποχρεώσεων της Avramar Greece, οι οποίες είχαν διογκωθεί, ξεπερνώντας τα 500 εκατ. ευρώ, ένεση ρευστότητας ύψους 60 εκατ. ευρώ για την αναδιάρθρωση και λειτουργία της εταιρείας και συμφωνία δανείων, όπως αναφέρθηκε μετά την υπογραφή μεταξύ των δύο πλευρών που πραγματοποιήθηκε στις 13 Φεβρουαρίου.
Το αυξημένο ενδιαφέρον για τον κλάδο τροφίμων στην Ελλάδα και τα ελληνικά ψάρια ιχθυοκαλλιέργειας, επιβεβαιώνει ωστόσο και το ενδιαφέρον που εκδήλωσε ο καναδικός κολοσσός Cooke Inc. (ιδιοκτήτης της Culmarex), ο οποίος επιχείρησε δυναμική είσοδο στο “παρά πέντε”, προσπαθώντας να αποκτήσει τον έλεγχο. Ειδικότερα, η Cooke εξαγόρασε τη μητρική εταιρεία, Avramar Seafood S.L. στην Ισπανία, η οποία είχε διαχωριστεί από την ελληνική θυγατρική το 2024 για να προστατευθεί από τα χρέη. Αυτή η κίνηση κατέστησε την Cooke έμμεσο μέτοχο της ελληνικής δραστηριότητας, δημιουργώντας νέο γύρο αντιπαραθέσεων. Ωστόσο, οι ελληνικές τράπεζες, έχοντας δεσμευτεί με την Aqua Bridge, επέμειναν στο αρχικό τους σχέδιο, θεωρώντας την αραβική πρόταση ως την πιο συμφέρουσα για την εξυγίανση, παρά τις υψηλότερες προσφορές της Cooke.
Μετά και από τις τελευταίες εξελίξεις, το κλείσιμο της συμφωνίας τοποθετείται χρονικά μέσα στο πρώτο τρίμηνο του 2026, σηματοδοτώντας μεταξύ άλλων, τη διατήρηση των θέσεων εργασίας και ενίσχυση του εξαγωγικού προσανατολισμού.
Αξιοσημείωτο είναι ότι, η Ελλάδα κατέχει ηγετική θέση στην Ευρώπη στις ιχθυοκαλλιέργειες, με πρωταγωνιστές την τσιπούρα και το λαβράκι. Μετά την αναδιάρθρωση του κλάδου και τις νεότερες εξελίξεις, επιβεβαιώνεται ότι οι μεγάλες εταιρείες ιχθυοκαλλιέργειας αποτελούν πόλο έλξης για funds που επενδύουν στη βιώσιμη ανάπτυξη και την εξωστρέφεια.
Προϊόντα made in Greece
Από τον κλάδο τροφίμων και ποτών, εξέχουσα θέση για τα επενδυτικά σχήματα κατέχουν το ελαιόλαδο, τα γαλακτοκομικά, όσπρια, φρούτα και λαχανικά από τον πρωτογενή τομέα, καθώς και κρασιά και αναψυκτικά με ποιοτική πρώτη ύλη.
Ειδικότερα, η φέτα και το ελληνικό γιαούρτι παραμένουν οι «πρωταθλητές» των εξαγωγών. Η παγκόσμια ζήτηση για αυθεντικά προϊόντα της μεσογειακής διατροφής έχει εκτοξεύσει τις πωλήσεις, με τις εξαγωγές φέτας να ξεπερνούν τα 780 εκατ. ευρώ, προσελκύοντας επενδυτές που αναζητούν σταθερότητα και ποιότητα.
Την ίδια στιγμή, ο επενδυτικός κλάδος στρέφεται από το χύμα ελαιόλαδο στην τυποποίηση. Επενδυτές ενδιαφέρονται για εταιρείες που προσφέρουν εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο με ισχυρό brand name, καθώς και ελιές Καλαμών, οι οποίες έχουν υψηλή ζήτηση στο εξωτερικό.
Τα έτοιμα γεύματα
Στα παραδοσιακά ελληνικά προϊόντα που σχετίζονται με τη μεσογειακή διατροφή έρχονται τελευταία να προστεθούν, οι κατεψυγμένες ζύμες, καθώς η τάση για γρήγορα αλλά ποιοτικά γεύματα (convenience food) τις φέρνει στο επίκεντρο του επενδυτικού ενδιαφέροντος. Ήδη, στο επιχειρηματικό πεδίο ξεχωρίζουν μεγάλες εξαγορές που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια, με τους επενδυτές να στοχεύουν στην αγορά της Βόρειας Αμερικής και της Ευρώπης.
Στο ραντάρ του επενδυτικού ενδιαφέροντος βρίσκονται ακόμη boutique οινοποιεία και ιστορικές εταιρείες ποτών, που διαθέτουν τις κατάλληλες προδιαγραφές να τοποθετηθούν σε premium αγορές, καθώς όλο και περισσότερο το ελληνικό κρασί (με γηγενείς ποικιλίες όπως Ασύρτικο, Ξινόμαυρο) και τα αποστάγματα (ούζο, τσίπουρο) αναβαθμίζονται.
Εξέχουσα ακόμη θέση στην λίστα των επενδυτικών προτιμήσεων κατέχει ο πρωτογενής τομέας. Με το τρανταχτό παράδειγμα του ακτινιδίου, που κατατάσσει την Ελλάδα στους μεγαλύτερους παραγωγούς παγκοσμίως, τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά φαίνεται ότι προσελκύουν μεγάλα επενδυτικά funds. Εκτός από το ακτινίδιο, η παραγωγή του οποίου έχει τετραπλασιαστεί τα τελευταία 15 χρόνια, εξαιρετικό ενδιαφέρον υπάρχει ακόμη για τα ελληνικά ροδάκινα και κεράσια.
Logistics και ψηφιοποίηση
Παράλληλα με τις απευθείας επενδύσεις σε τρόφιμα και ποτά, οι ξένοι επενδυτές εκδηλώνουν ενδιαφέρον για επενδύσεις σε πρακτικές που στηρίζουν την παραγωγή και τις εξαγωγές τους.
Ως εκ τούτου, σημαντικοί επενδυτές κυρίως από το εξωτερικό, επιδιώκουν είτε συμμετοχή σε εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην αποθήκευση και διανομή προϊόντων από τον κλάδο των τροφίμων και ποτών, είτε επενδύουν απευθείας. Αξιοσημείωτο είναι ότι η κατασκευή ψυκτικών θαλάμων απαιτεί υψηλό αρχικό κεφάλαιο (CAPEX) και εξειδικευμένη τεχνογνωσία. Η ζήτηση δε, για χώρους logistics επιφάνειας άνω των 15.000 τ.μ. είναι τεράστια, καθιστώντας τις επενδύσεις σε prime logistics ακίνητα ιδιαίτερα ελκυστικές. Συμπερασματικά, παράγοντες της αγοράς, εκτιμούν ότι, οι επενδύσεις στα logistics τροφίμων το 2026 δεν αφορούν απλώς την αποθήκευση, αλλά την τεχνολογική αναβάθμιση και τη βιωσιμότητα. Όσοι επενδυτές επικεντρωθούν σε “έξυπνες”, πράσινες και ψυχόμενες υποδομές, θα έχουν σαφές στρατηγικό πλεονέκτημα στην αγορά, συμπεραίνει η ίδια πηγή.







Μ.Η.Τ. 242183