Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ αποκαλύπτουν την πραγματική εικόνα των τζίρων στις ατομικές επιχειρήσεις το 2025, με μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ κλάδων
Μια σύνθετη και σε αρκετές περιπτώσεις αντιφατική εικόνα για την οικονομική κατάσταση των ατομικών επιχειρήσεων αποτυπώνουν τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, όπως προκύπτουν από τις φορολογικές δηλώσεις του έτους 2024 που υποβλήθηκαν έως τις 21 Ιουλίου 2025. Τα δεδομένα αφορούν 385 επαγγελματικούς κλάδους που υπάγονται στο καθεστώς του ελάχιστου τεκμαρτού εισοδήματος και δείχνουν ότι, παρά τη γενικευμένη αίσθηση πίεσης, σε αρκετούς τομείς καταγράφεται σαφής αύξηση του μέσου ακαθάριστου τζίρου.
Την ίδια στιγμή, όμως, τα στοιχεία αναδεικνύουν και τη μεγάλη ανισοκατανομή των εισπράξεων. Ένας στους τρεις επαγγελματίες δήλωσε ακαθάριστα έσοδα κάτω από 30.000 ευρώ ετησίως, ενώ μόλις το 16% κατάφερε να ξεπεράσει το όριο των 100.000 ευρώ. Παράλληλα, ο υψηλός τζίρος δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε υψηλή κερδοφορία, καθώς το αυξημένο λειτουργικό κόστος και το καθεστώς του τεκμαρτού εισοδήματος οδήγησαν χιλιάδες επαγγελματίες σε φορολόγηση δυσανάλογη των πραγματικών τους καθαρών κερδών.
Οι επαγγελματικοί κλάδοι με αυξημένους τζίρους
Στον χώρο των τεχνικών επαγγελμάτων, οι ηλεκτρολόγοι εμφάνισαν μέσο ακαθάριστο εισόδημα 38.652 ευρώ για το 2024, καταγράφοντας άνοδο σε σχέση με τα 36.300 ευρώ του 2023. Αντίστοιχη ανοδική πορεία παρουσίασαν και οι υδραυλικοί, με μέσο τζίρο 34.389 ευρώ από 32.354 ευρώ την προηγούμενη χρονιά, στοιχείο που συνδέεται με τη διαρκή ζήτηση σε εργασίες συντήρησης και ανακαινίσεων.
Σημαντική αύξηση καταγράφεται και στους ιδιοκτήτες μπαρ, οι οποίοι δήλωσαν για το 2024 μέσο ακαθάριστο εισόδημα 48.935 ευρώ, αισθητά υψηλότερο από τα 43.524 ευρώ του 2023, αντανακλώντας τη δυναμική της εστίασης και της νυχτερινής διασκέδασης. Ανοδικά κινήθηκαν επίσης οι μαραγκοί, με μέσο τζίρο 36.376 ευρώ, καθώς και οι δικηγόροι, οι οποίοι δήλωσαν κατά μέσο όρο 26.943 ευρώ έναντι 23.720 ευρώ το προηγούμενο έτος.
Στα ελεύθερα επαγγέλματα, οι αρχιτέκτονες κατέγραψαν μέσο ακαθάριστο εισόδημα 23.314 ευρώ, αυξημένο σε σχέση με το 2023, ενώ οι γιατροί εμφάνισαν σχεδόν σταθερό αλλά υψηλό τζίρο, με μέσο όρο 44.854 ευρώ. Αξιοσημείωτη είναι και η αύξηση στα δηλωθέντα έσοδα των εκμεταλλευτών ταξί, οι οποίοι έφτασαν τα 23.314 ευρώ κατά μέσο όρο, από 18.595 ευρώ την προηγούμενη χρονιά.
Οι επαγγελματίες με τις υψηλότερες εισπράξεις
Στην κορυφή της κατάταξης βρίσκονται κλάδοι με έντονο εμπορικό και ενεργειακό αποτύπωμα. Οι δραστηριότητες χονδρικού εμπορίου προϊόντων καπνού εμφάνισαν μέσο ετήσιο τζίρο άνω του 1,2 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη συγκέντρωση υψηλών εισπράξεων σε περιορισμένο αριθμό φορολογουμένων. Ακολουθούν οι πρατηριούχοι καυσίμων, με μέσο τζίρο που ξεπερνά τις 628.000 ευρώ, καθώς και οι επαγγελματίες στην παραγωγή παρασκευασμάτων ζωοτροφών, με μέσες εισπράξεις σχεδόν 450.000 ευρώ.
Ιδιαίτερα υψηλά έσοδα καταγράφονται επίσης στην κατασκευή έτοιμου σκυροδέματος, στη διανομή ηλεκτρικού ρεύματος και στη φαρμακευτική αγορά, με τους φαρμακοποιούς να εμφανίζουν μέσο τζίρο άνω των 300.000 ευρώ. Σημαντικές επιδόσεις παρουσιάζουν ακόμη δραστηριότητες της αγροδιατροφικής βιομηχανίας, όπως η επεξεργασία πατάτας και η παραγωγή προϊόντων κρέατος και πουλερικών.
Στους χαμηλότερους τζίρους η μικρή λιανική και οι παραδοσιακές υπηρεσίες
Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα δηλωθέντα έσοδα καταγράφονται σε επαγγέλματα με έντονα στοιχεία παρακμής ή περιορισμένης ζήτησης. Οι δραστηριότητες επισκευής ρολογιών και κοσμημάτων εμφάνισαν μέσο ετήσιο τζίρο μόλις 5.238 ευρώ, ενώ εξαιρετικά χαμηλά κινούνται και οι εισπράξεις στην ενοικίαση βιντεοκασετών και δίσκων, έναν κλάδο που πρακτικά έχει εκτοπιστεί από τις ψηφιακές πλατφόρμες.
Χαμηλές επιδόσεις παρουσιάζουν επίσης επαγγέλματα της εκπαίδευσης εκτός τυπικού πανεπιστημιακού πλαισίου, όπως η μεταδευτεροβάθμια και η τριτοβάθμια εκπαίδευση, καθώς και δραστηριότητες επισκευής ειδών προσωπικής χρήσης και υποδημάτων. Στη χαμηλή ζώνη των τζίρων παραμένει και το λιανικό εμπόριο κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων, επιβεβαιώνοντας τις πιέσεις που δέχεται η μικρή λιανική από τον ανταγωνισμό και τις μεταβολές στην κατανάλωση.
Τζίρος και φορολογία: η παγίδα του τεκμαρτού εισοδήματος
Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ αναδεικνύουν με σαφήνεια ότι ο τζίρος από μόνος του δεν αποτελεί αξιόπιστο δείκτη οικονομικής ευημερίας. Χιλιάδες επαγγελματίες, παρά τα αυξημένα ακαθάριστα έσοδα, βρέθηκαν αντιμέτωποι με φορολογικές επιβαρύνσεις βάσει τεκμαρτού εισοδήματος, χωρίς να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη τα πραγματικά λειτουργικά έξοδα και τα περιθώρια κέρδους.
Η «ακτινογραφία» των δηλώσεων του 2024 επιβεβαιώνει ότι η αγορά κινείται με πολλαπλές ταχύτητες και ότι η συζήτηση για τη φορολόγηση των ατομικών επιχειρήσεων παραμένει ανοιχτή, καθώς η απόσταση ανάμεσα στον δηλωθέντα τζίρο και στο πραγματικό εισόδημα εξακολουθεί να αποτελεί βασικό σημείο τριβής για χιλιάδες επαγγελματίες.







Μ.Η.Τ. 242183