Τουλάχιστον 100 εκατ. ευρώ πωλήσεις έως το 2028, βάζει στόχο η εταιρεία Παπουτσάνης, η οποία διπλασιάζει τον τζίρο της κάθε 5 χρόνια. Η επιτυχία του στόχου θα έλθει από την ανάπτυξη και των 4 κατηγοριών στις οποίες δραστηριοποιείται. Με καινούργια προϊόντα, συνέργειες, νέες αγορές, έμφαση στη βιωσιμότητα και εξορθολογισμό της στρατηγικής, η Παπουτσάνης, αποτελεί σήμερα τη μεγαλύτερη σαπωνοποιία στην Ευρώπη, παράγοντας 900 σαπούνια το λεπτό ή 450.000 σαπούνια στη βάρδια. Όπως αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια της παρουσίασης, η επιτυχημένη ανάπτυξη του Αρκάδι αναμένεται ότι θα οδηγήσει σε τριπλασιασμό των καθαρών πωλήσεων έως το τέλος του 2025.
Οι αγορές του εξωτερικού αποτελούν ένα ακόμη μεγάλο στοίχημα της εταιρείας, η οποία επεκτείνεται με εξαγωγές και παράλληλα εξετάζει το ενδεχόμενο εξαγορών. Στο πλαίσιο ξενάγησης εκπροσώπων του Τύπου στις εγκαταστάσεις της Παπουτσάνης στην Αυλίδα, η διοίκηση της εταιρείας ανέφερε ότι η Κύπρος και η Ρουμανία αποτελούν δύο αγορές πιλότοι, στις οποίες θα αναπτυχθούν πολύ τα επόμενα χρόνια, ενώ την ίδια στιγμή εξετάζουν και άλλες χώρες, κυρίως στις γειτονικές, δηλαδή Βαλκάνια, Ιταλία και αλλού.
Μία νέα ευκαιρία, για να ενισχύσει τον όγκο παραγωγής έρχεται από τη Γερμανία, όπου βιομηχανική ομοειδής εταιρείας με την οποία διατηρούν συνεργασία, ετοιμάζεται να κλείσει τη μία από τις δύο βιομηχανικές της μονάδες. Κατόπιν μεταξύ τους συμφωνίας, το κενό που θα δημιουργηθεί από το λουκέτο του εργοστασίου στη Γερμανία, θα μεταφερθεί στην Παπουτσάνης, της οποίας οι υπερσύγχρονες παραγωγικές εγκαταστάσεις πληρούν όλες τις προδιαγραφές, με περιθώριο για κάλυψη της ζήτησης.
«Είμαστε μια ελληνική εταιρεία, είμαστε όμως και μία πολυεθνική. Πάνω από το μισό των πωλήσεων είναι σε εξαγωγές κι αν μιλήσουμε σε όγκο είναι πολύ παραπάνω» ανέφερε ο Μενέλαος Τασόπουλος διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, σκιαγραφώντας το προφίλ της Παπουτσάνης και τις σχέσεις της με τις αγορές του εξωτερικού.
Την τελευταία τριετία η εταιρεία υλοποιεί 20 εκατ. ευρώ επενδύσεις, ενώ για τα επόμενα χρόνια στόχος αποτελούν τα 4 με 5 εκατ. ευρώ επενδύσεις ανά έτος, εστιάζοντας κυρίως στη βελτίωση της παραγωγικότητας και τη μείωση κόστους. Ένα σημαντικό μέρος των επενδύσεων αφορά στην επέκταση των αποθηκευτικών χώρων, οι οποίοι θα υποστηρίξουν την ανάπτυξη του τζίρου.
Η Παπουτσάνης, ιστορική ελληνική βιομηχανία με συγκροτημένη αναπτυξιακή στρατηγική αποτελεί μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες εταιρείες στην ελληνική αγορά λιανικής και διεθνή παραγωγό προϊόντων για την αγορά ξενοδοχειακών καλλυντικών και προσωπικής υγιεινής.
Σήμερα, εφαρμόζοντας ένα διεθνώς ανταγωνιστικό επιχειρηματικό και εμπορικό μοντέλο και αξιοποιώντας την τεχνογνωσία της στην παραδοσιακή σαπωνοποιία, έχει πετύχει: Την αναβίωση και διεύρυνση των εμπορικών της σημάτων με τη δημιουργία νέων επώνυμων brands και την επιτυχημένη είσοδο σε μεγάλες νέες κατηγορίες που της επιτρέπει να δραστηριοποιείται σε μία συνολική αγορά μεγαλύτερη των 600 εκατ. ευρώ.
Στα ξενοδοχειακά προϊόντα η Παπουτσάνης αποτελεί κορυφαίο καικαινοτόμο παραγωγό στην ελληνική αγορά και ταυτόχρονα, συνεχίζει να αναπτύσσει τις εξαγωγές της.
Στον πυλώνα των ειδικών σαπωνομαζών, ο οποίος είναι και ο νεότερος της εταιρείας και σχεδόν στο σύνολο του εξαγωγικός, ο τζίρος για το 2024 έφτασε στα 11,3 εκατ. ευρώ, έχοντας ξεκινήσει από 0,5 εκατ. το 2015.
Σημειώνεται ότι η Παπουτσάνης δραστηριοποιείται σε 4 διακριτούς κλάδους: τα επώνυμα προϊόντα (32% του συνολικού κύκλου εργασιών), τις παραγωγές τρίτων (41%), τα ξενοδοχειακά προϊόντα (15%) και τις ειδικές σαπωνόμαζες (12%).
Έχει εξελιχθεί σε διεθνή βιομηχανικό «παίκτη» με εξαγωγές σε 35 χώρες και σταθερές συνεργασίες με μεγάλες διεθνείς αλυσίδες λιανικής και πολυεθνικούς ομίλους για περισσότερο από μια 10ετία, για τις παραγωγές τρίτων και τις ειδικές σαπωνόμαζες.
Περίπου το 54% του τζίρου προέρχεται από την εξαγωγική δραστηριότητα (σύμφωνα με την ανακοίνωση του κύκλου εργασιών για το 9μηνο του 2025).
Στο πλαίσιο της αναπτυξιακής στρατηγικής δίνει έμφαση στον ψηφιακό μετασχηματισμό και επιβεβαιώνει την περιβαλλοντική της δέσμευση στο σύνολο της αλυσίδας παραγωγής, ανάπτυξης και διάθεσης των προϊόντων. Η εταιρεία απασχολεί περίπου 200 εργαζόμενους,





Μ.Η.Τ. 242183