Η Ουάσιγκτον και η Ταϊπέι υπέγραψαν εμπορική συμφωνία που φέρνει τους δασμούς της Ταϊβάν προς τις ΗΠΑ στο 15%, ισοσταθμίζοντάς τους με εκείνους για συμμάχους όπως η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα.
Σε αντάλλαγμα, η Ταϊβάν ανοίγει σχεδόν πλήρως την αγορά της σε αμερικανικά προϊόντα, με ελαχιστοποίηση δασμολογικών φραγμών (99%) και προνομιακή πρόσβαση σε αυτοκίνητα, βοδινό κρέας και ορυκτά.
Κλειδιά της συμφωνίας:
Δέσμευση αγοράς αμερικανικών προϊόντων άνω των 84 δισ. δολαρίων (2025–2029), μεταξύ των οποίων LNG, αργό πετρέλαιο, αεροσκάφη, ενεργειακός εξοπλισμός.
Άρση «μη δασμολογικών εμποδίων», όπως αποδοχή οχημάτων σύμφωνα με ομοσπονδιακά πρότυπα ασφαλείας χωρίς πρόσθετες προσαρμογές.
Προηγούμενες δεσμεύσεις ταϊβανέζικων εταιρειών τεχνολογίας και ημιαγωγών για επενδύσεις τουλάχιστον 250 δισ. δολαρίων στις ΗΠΑ, με κρατική στήριξη.
Αγκάθι η εφοδιαστική αλυσίδα ημιαγωγών:
Οι ΗΠΑ ζητούν μεταφορά 40% της παραγωγής ημιαγωγών της Ταϊβάν σε αμερικανικό έδαφος, απειλώντας με δασμούς έως 100% για μη συμμόρφωση.
Η Ταϊβάν χαρακτηρίζει το αίτημα «αδύνατο» και τονίζει τη σημασία διατήρησης της εγχώριας παραγωγικής βάσης.
Γεωπολιτικές εντάσεις:
Η Κίνα καταγγέλλει τη συμφωνία ως «αποδυνάμωση» της Ταϊβάν και προειδοποιεί για στρατηγικό πλήγμα στον ημιαγωγικό της τομέα.
Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ θεωρεί την «επανένωση» της Ταϊβάν με την ηπειρωτική Κίνα «ιστορική αναγκαιότητα».
Οι ΗΠΑ, χωρίς συνθήκη αμοιβαίας άμυνας, παρέχουν εξοπλισμό αυτοάμυνας βάσει του Νόμου περί Σχέσεων με την Ταϊβάν (1979).
Πωλήσεις όπλων 11,15 δισ. δολαρίων τον Δεκέμβριο ενίσχυσαν την αμυντική ικανότητα της Ταϊβάν και κλιμάκωσαν τις εντάσεις με το Πεκίνο.
Η συμφωνία εξασφαλίζει οικονομικά και επενδυτικά κίνητρα για την Ταϊβάν, ενώ οι ΗΠΑ προβάλλουν στρατηγική πίεση για μερική εθνικοποίηση της παραγωγής ημιαγωγών. Η Κίνα παρακολουθεί στενά, διατηρώντας τον παράγοντα στρατιωτικής και πολιτικής πίεσης.







Μ.Η.Τ. 242183