Η κατάρρευση της εύθραυστης συμφωνίας αποκλιμάκωσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν σηματοδοτεί την επιστροφή της Μέσης Ανατολής σε μια περίοδο υψηλής γεωπολιτικής αστάθειας, όπου η διπλωματία υποχωρεί μπροστά στη στρατιωτική ισχύ και την οικονομική πίεση.
Μέσα σε λίγες ώρες, η ανταλλαγή αεροπορικών πληγμάτων, οι νέες κυρώσεις, οι απειλές για τα Στενά του Ορμούζ και η ενεργοποίηση των περιφερειακών συμμάχων κατέδειξαν ότι το Μνημόνιο Συνεννόησης δεν κατάφερε ποτέ να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες αιτίες της αντιπαράθεσης.
Πίσω από τη νέα κλιμάκωση βρίσκεται μια σύγκρουση πολύ ευρύτερη από τα πρόσφατα στρατιωτικά επεισόδια. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει να διατηρήσει την αποτρεπτική της υπεροχή και τον έλεγχο των ενεργειακών διαδρόμων του Περσικού Κόλπου, ενώ η Τεχεράνη επιχειρεί να αποτρέψει την περαιτέρω στρατηγική της απομόνωση, αξιοποιώντας τόσο τη γεωγραφική της θέση όσο και το δίκτυο των περιφερειακών συμμάχων της. Το αποτέλεσμα είναι μια κρίση που δεν περιορίζεται πλέον στις διμερείς σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν, αλλά επηρεάζει την παγκόσμια ενεργειακή αγορά, τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές ισορροπίες και την ασφάλεια ολόκληρης της Μέσης Ανατολής.
Η πρόσφατη βίαιη αναζωπύρωση των εχθροπραξιών μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης αποκαλύπτει την κατάρρευση μιας διπλωματικής αρχιτεκτονικής που, εξαρχής, στερούνταν στέρεων θεμελίων. Η αμοιβαία ανταλλαγή κατηγοριών για παραβίαση του Μνημονίου Συνεννόησης (MoU) του Ιουνίου αναδεικνύει το βαθύ έλλειμμα εμπιστοσύνης που χαρακτήριζε τη συμφωνία. Στο επίκεντρο της κρίσης, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι οικονομικές κυρώσεις και οι εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες αλληλοτροφοδοτούνται, μετατρέποντας τα στρατηγικά περάσματα της περιοχής σε πεδίο ενός ολοένα πιο επικίνδυνου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Το πρόσχημα των Στενών και η στρατηγική της έντασης
Η αμερικανική Κεντρική Διοίκηση (CENTCOM) εξαπέλυσε, νωρίς το πρωί της Τετάρτης, εκτεταμένα πλήγματα εναντίον περισσότερων από 80 στόχων στο εσωτερικό του Ιράν. Η Ουάσιγκτον χαρακτήρισε την επιχείρηση ως αντίποινα για τις ιρανικές επιθέσεις εναντίον τριών εμπορικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ: του υπό σημαία Νήσων Μάρσαλ M/T Al Rekayyat, του σαουδαραβικού M/T Wedyan και του υπό σημαία Λιβερίας M/T Cyprus Prosperity, κοντά στις ακτές του Ομάν.
Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι τα πλοία αγνόησαν τις προειδοποιήσεις που είχαν εκδοθεί μέσω του ιρανικού ναυτιλιακού συστήματος, το οποίο όριζε προσωρινή ζώνη αποκλεισμού σε ύδατα του Ομάν λόγω επιχειρήσεων αποναρκοθέτησης.
Η αμερικανική απάντηση υπήρξε ιδιαίτερα εκτεταμένη, πλήττοντας συστήματα αεράμυνας, παράκτια ραντάρ και περισσότερα από 60 σκάφη των Φρουρών της Επανάστασης. Οι επιθέσεις επικεντρώθηκαν στη Σιρίκ, όπου αναφέρθηκαν τραυματισμοί αμάχων στις λιμενικές εγκαταστάσεις, καθώς και στο νησί Κεσμ, στο Μπαντάρ Αμπάς και σε δύο στρατιωτικές βάσεις στην επαρχία Μπουσέρ, στις περιοχές Ντάστι και Τσογκαντάκ, χωρίς να καταγραφούν εκεί άμεσες ανθρώπινες απώλειες.
Η οικονομική μέγγενη και η εργαλειοποίηση των κυρώσεων
Από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ κλιμάκωσε την πολιτική πίεση, δηλώνοντας ότι το Μνημόνιο Συνεννόησης έχει «τελειώσει», ενώ χαρακτήρισε τις διαπραγματεύσεις «χάσιμο χρόνου» απέναντι σε μια «επικίνδυνη» ιρανική ηγεσία.
Η μεταστροφή αυτή προκάλεσε άμεσες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές. Η τιμή του πετρελαίου Brent εκτινάχθηκε κατά 6%, φθάνοντας τα 78 δολάρια ανά βαρέλι, οι ευρωπαϊκές χρηματιστηριακές αγορές υποχώρησαν κατά 1,6%, το δολάριο ενισχύθηκε, ενώ αυξήθηκαν και οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, καθώς οι επενδυτές προεξόφλησαν νέο κύμα πληθωριστικών πιέσεων.
Παράλληλα, το αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών επανέφερε τις κυρώσεις στο ιρανικό πετρέλαιο με ισχύ από τις 7 Ιουλίου, τερματίζοντας πρόωρα την πλήρη εξαίρεση των 60 ημερών που είχε χορηγηθεί στις 17 Ιουνίου και επρόκειτο να λήξει στις 21 Αυγούστου. Τα έσοδα από τις τρέχουσες εξαγωγές δεσμεύονται πλέον σε έντοκους λογαριασμούς, περιορίζοντας δραστικά τη μοναδική ουσιαστική οικονομική ανάσα της Τεχεράνης, η οποία είχε αποδεχθεί τη διατήρηση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ με αντάλλαγμα τη χαλάρωση των περιορισμών στις εξαγωγές πετροχημικών προϊόντων.
Η διαλεκτική των αντιποίνων και οι νομικές ισορροπίες
Η απάντηση της Τεχεράνης εκδηλώθηκε με επιθέσεις των Φρουρών της Επανάστασης εναντίον 85 αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στο Μπαχρέιν και το Κουβέιτ. Στόχος αποτέλεσαν το Πορτ Σάλμαν, η Πέμπτη Ναυτική Βάση των ΗΠΑ και η αεροπορική βάση Άλι Σάλεμ. Παράλληλα, καταρρίφθηκε ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος MQ-9, ενώ ένας Ιρανός στρατιωτικός σκοτώθηκε από επιδρομή εχθρικών drones.
Η νέα κλιμάκωση συμπίπτει με την κηδεία του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, ο οποίος σκοτώθηκε τον Φεβρουάριο κατά τον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ εναντίον του Ιράν. Πρόκειται για τις σοβαρότερες συγκρούσεις από τον Απρίλιο, όταν ξεκίνησαν οι συνομιλίες για κατάπαυση του πυρός, ενώ αποτελεί και την τρίτη αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση κατά τη διάρκεια της εξηντάήμερης διαπραγματευτικής περιόδου.
Το ιρανικό Υπουργείο Εξωτερικών κατήγγειλε ότι οι αμερικανικές επιθέσεις συνιστούν παραβίαση του Άρθρου 2, παράγραφος 4, του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και του ίδιου του Μνημονίου Συνεννόησης. Παράλληλα, κάλεσε τις χώρες του Περσικού Κόλπου να μην παραχωρήσουν τις επικράτειές τους για αμερικανικές επιχειρήσεις, επικαλούμενο το δικαίωμα νόμιμης άμυνας βάσει του Άρθρου 51 του Χάρτη του ΟΗΕ.
Την ίδια στιγμή, ο επικεφαλής διαπραγματευτής Μοχάμαντ Γκαλιμπάφ συνέδεσε τις αμερικανικές επιθέσεις με τις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις στον Λίβανο, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον φέρει την αποκλειστική ευθύνη για τις συνέπειες της νέας κλιμάκωσης.
Οι περιφερειακές ευθυγραμμίσεις και το στρατηγικό αδιέξοδο
Στη διεθνή σκηνή, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, εξέφρασε τη στήριξή του στις αμερικανικές ενέργειες, ενώ οι αραβικές μοναρχίες αντέδρασαν με έντονο προβληματισμό. Ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC), Τζάσεμ Μοχάμεντ Αλμπουνταϊουί, καθώς και το Κουβέιτ, επικαλούμενο το Ψήφισμα 2817 του Συμβουλίου Ασφαλείας, καταδίκασαν τις ιρανικές επιθέσεις. Αντίστοιχη στάση υιοθέτησαν το Ομάν, το Κατάρ, η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία, παράλληλα, απηύθυναν έκκληση για αυτοσυγκράτηση.
Στο παρασκήνιο, η στρατιωτική δράση των Ηνωμένων Πολιτειών δείχνει να εντάσσεται σε μια στρατηγική ελεγχόμενης πίεσης, ωστόσο η επιθετική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ περιπλέκει περαιτέρω τις διπλωματικές ισορροπίες. Το Ιράν, από την άλλη πλευρά, επιχειρεί να εκμεταλλευθεί τις διαφωνίες στο δυτικό στρατόπεδο, επιδιώκοντας να κερδίσει χρόνο ενόψει της προθεσμίας του Αυγούστου.
Παρά τη σφοδρότητα της αντιπαράθεσης, το υψηλό κόστος μιας γενικευμένης πολεμικής αναμέτρησης εξακολουθεί να λειτουργεί ως βασικός αποτρεπτικός παράγοντας. Η ισορροπία του τρόμου ενδέχεται, τελικά, να ωθήσει τόσο την Ουάσιγκτον όσο και την Τεχεράνη σε μια νέα, έστω προσωρινή, διαδικασία αποκλιμάκωσης, χωρίς όμως να αίρει τα βαθύτερα στρατηγικά αίτια που αναπαράγουν την κρίση.







Μ.Η.Τ. 242183