Ο Υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος, μιλώντας στον Σκάι 100,3, αναφέρθηκε στη στήριξη της ελληνικής βιομηχανίας μέσω ενός νέου πακέτου μεταρρυθμίσεων, που περιλαμβάνει την απλοποίηση των γραφειοκρατικών διαδικασιών και μέτρα για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους, στο πλαίσιο του νέου παραγωγικού προτύπου της χώρας.
«Στο υπουργείο Ανάπτυξης, στις επόμενες 50 ημέρες, καταθέτουμε στη Βουλή νομοσχέδιο με 12 παρεμβάσεις που απλοποιούν τις διαδικασίες για τη βιομηχανία, μειώνουν τη γραφειοκρατία, διευκολύνουν την αδειοδότηση και περιορίζουν το διοικητικό βάρος. Από την αναβάθμιση του συστήματος αδειοδοτήσεων και την απλοποίηση του κλεισίματος επιχειρήσεων, έως τη βελτίωση της πρόσβασης σε επιχειρηματικά πάρκα, την απλοποίηση του εκσυγχρονισμού των μεταποιητικών μονάδων, την κατάργηση του δελτίου βιομηχανικής κίνησης και την κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή σε ενιαίο κώδικα», επεσήμανε ο κ. Θεοδωρικάκος.
Αναφερόμενος στις πιέσεις που δέχεται η ελληνική βιομηχανία λόγω του ενεργειακού κόστους, τόνισε: «Η βιομηχανία αποτελεί βασικό πυλώνα για το νέο παραγωγικό μοντέλο που υλοποιούμε. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής βιομηχανίας είναι το ενεργειακό κόστος, ειδικά για τις ενεργοβόρες μονάδες. Υποστηρίζω την υιοθέτηση του ιταλικού μοντέλου, όπως έχει προτείνει και ο ΣΕΒ: οι επιχειρήσεις να επενδύουν σε πράσινη ενέργεια με συμφωνία που τους επιτρέπει να δανείζονται σήμερα από την ενέργεια που θα παράξουν, για περίοδο 10-15 ετών. Το θέμα είναι σοβαρό, γι’ αυτό θα υπάρξει νέα σύσκεψη την επόμενη εβδομάδα, ενώ οι τελικές αποφάσεις θα ληφθούν από τον Πρωθυπουργό. Καμία επιχείρηση δεν πρέπει να κλείσει λόγω του ενεργειακού κόστους – πρέπει να στηρίξουμε τη βιομηχανία μας».
Ο κ. Θεοδωρικάκος υπογράμμισε ότι αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα η υλοποίηση «ενός νέου παραγωγικού προτύπου για τη χώρα – πιο παραγωγικού, καινοτόμου, εξωστρεφούς, με ισχυρή βιομηχανία και ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα. Για να προσελκύσουμε επιστήμονες πίσω στην πατρίδα μας και να δώσουμε κίνητρα στα νέα παιδιά να μείνουν εδώ και να δημιουργήσουν το μέλλον τους. Αυτή είναι η αποστολή του υπουργού Ανάπτυξης, αυτό είναι το σχέδιο, το όραμα και η αποστολή συνολικά της κυβέρνησης».
Ειδικότερα, τόνισε ότι το υπουργείο έχει ήδη στρέψει τον νέο Αναπτυξιακό Νόμο στη βιομηχανία, με τρία καθεστώτα που αφορούν τη μεταποίηση, τις μεγάλες επενδύσεις και την περιφέρεια, κυρίως τη Μακεδονία και τη Θράκη, με ειδική στόχευση στις παραμεθόριες περιοχές και στους νομούς με εισόδημα κάτω από το 70% του εθνικού μέσου όρου.
Αναφερόμενος στους αναπτυξιακούς νόμους του 2004 και του 2011, σημείωσε: «Υπάρχουν επενδύσεις ύψους 450 εκατ. ευρώ που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, ενώ είχαν δοθεί χρήματα από τον κρατικό προϋπολογισμό. Έχουμε ήδη βεβαιώσει 75 εκατ. ευρώ και τα έχουμε στείλει προς ανάκτηση στην ΑΑΔΕ. Δεν θα σταματήσουμε μέχρι να επιστραφεί και το τελευταίο ευρώ στον Έλληνα φορολογούμενο, ώστε τα χρήματα αυτά να επενδυθούν σε πραγματικές παραγωγικές δραστηριότητες». Η έρευνα θα επεκταθεί και στον νόμο του 2016, όπου τα κριτήρια ένταξης ήταν πιο χαλαρά, πιθανώς με υψηλότερα ποσά προς ανάκτηση.
Σχετικά με πρόστιμα άνω των 2,2 εκατ. ευρώ που επιβλήθηκαν σε δύο αλυσίδες σούπερ μάρκετ, δήλωσε: «Ο νόμος ισχύει για όλους χωρίς εξαιρέσεις. Δεν έχει σημασία αν μια επιχείρηση έχει δισεκατομμύρια σε τζίρο. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν κάνουν διακρίσεις. Οι έλεγχοι είναι σαρωτικοί και συνεχίζονται. Όποιος θεωρεί ότι αδικήθηκε, μπορεί να προσφύγει στα δικαστήρια. Ο υπουργός δεν έχει δικαίωμα να παρέμβει όταν η ΔΙΜΕΑ επιβάλλει πρόστιμα».
Για την πρωτοβουλία μείωσης τιμών σε 1.000 κωδικούς προϊόντων στα σούπερ μάρκετ, ο υπουργός ανέφερε: «Δεν έχουμε πρόβλημα με το κέρδος. Είναι θεμιτό και πρέπει να υπάρχει. Όμως, σε περιόδους πίεσης, οι επιχειρηματίες πρέπει να επιδείξουν κοινωνική ευθύνη. Ζήτησα από την Ένωση Σούπερ Μάρκετ και τη βιομηχανία τροφίμων να μειώσουν το μεσοσταθμικό τους κέρδος και να ρίξουν τις τιμές σε εκατοντάδες κωδικούς προϊόντων. Δεσμεύτηκαν ότι θα το πράξουν και οφείλουν να κατανοήσουν ότι υπάρχει σημαντικό τμήμα της κοινωνίας που δυσκολεύεται να καλύψει βασικές ανάγκες και να το στηρίξουν».
Τέλος, υπογράμμισε ότι το κόστος στέγης αποτελεί «το πιο οξύ πρόβλημα ακρίβειας για τα νοικοκυριά, καθώς τα τελευταία έξι χρόνια έχει διπλασιαστεί». Προσέθεσε ότι «η απόφαση του Πρωθυπουργού να πληρώνει το κράτος ένα ενοίκιο το χρόνο για κάθε νοικοκυριό που ζει σε ενοικιαζόμενη κατοικία αποτελεί παρέμβαση εξαιρετικής σημασίας».







Μ.Η.Τ. 242183