ΤτΕ: Πώς επηρεάζουν τα επιτόκια, η ακρίβεια και το ιδιωτικό χρέος την οικονομική αντοχή των Ελλήνων πολιτών
Η εικόνα που αποτυπώνεται στα τελευταία στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος μπορεί να δείχνει μια μικρή βελτίωση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, όμως η πραγματικότητα για τα ελληνικά νοικοκυριά παραμένει ασφυκτική. Σχεδόν το 50% του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών εξακολουθεί να αντιστοιχεί σε τραπεζικά χρέη, αποκαλύπτοντας ότι το ιδιωτικό βάρος των δανείων συνεχίζει να λειτουργεί ως ένας από τους μεγαλύτερους οικονομικούς «βραχνάδες» για χιλιάδες οικογένειες.
Σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της ΤτΕ, το μέσο ετήσιο υπόλοιπο των δανείων των νοικοκυριών ως ποσοστό του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος διαμορφώθηκε στο 45,6%, έναντι 47% το προηγούμενο έτος. Η αποκλιμάκωση υπάρχει, αλλά είναι εξαιρετικά αργή και δεν αλλάζει ουσιαστικά την εικόνα μιας κοινωνίας που εξακολουθεί να κουβαλά βαρύ ιδιωτικό χρέος.
Η μικρή βελτίωση δεν ήρθε επειδή μειώθηκαν δραστικά τα δάνεια. Αντίθετα, προήλθε κυρίως από την αύξηση των εισοδημάτων, η οποία κινήθηκε ταχύτερα από την αύξηση του συνολικού δανεισμού. Με απλά λόγια, τα νοικοκυριά κέρδισαν λίγη παραπάνω «ανάσα», χωρίς όμως να ξεφύγουν πραγματικά από τον φαύλο κύκλο χρέους και δανειακών υποχρεώσεων.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική αν εξεταστεί πού είναι συγκεντρωμένο το πρόβλημα. Τα στοιχεία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων δείχνουν ότι μεγάλο μέρος των χρεών παραμένει συγκεντρωμένο σε συγκεκριμένες ομάδες νοικοκυριών, οι οποίες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών τους. Στην πραγματικότητα, πίσω από τον μέσο όρο κρύβεται μια βαθιά άνιση κατανομή του ιδιωτικού χρέους, με χιλιάδες δανειολήπτες να παραμένουν εγκλωβισμένοι σε παλαιά δάνεια, ρυθμίσεις και πιέσεις από servicers.
Η ΤτΕ περιλαμβάνει στον συνολικό δανεισμό στεγαστικά, καταναλωτικά και επαγγελματικά δάνεια ελεύθερων επαγγελματιών, αγροτών και ατομικών επιχειρήσεων, ακόμη και εκείνα που έχουν μεταφερθεί σε εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Στο τέλος του 2025, το συνολικό αυτό ποσό έφτανε περίπου τα 41,3 δισ. ευρώ, αποτυπώνοντας το πραγματικό μέγεθος του ιδιωτικού χρέους που συνεχίζει να βαραίνει την οικονομία.
Η μείωση των επιτοκίων έφερε ανάσα, αλλά όχι λύση
Η αποκλιμάκωση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βοήθησε αρκετά νοικοκυριά να περιορίσουν μέρος της μηνιαίας πίεσης. Η συνολική μείωση των επιτοκίων κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες είχε άμεση επίδραση στις δαπάνες εξυπηρέτησης δανείων, ειδικά στα στεγαστικά και στα επαγγελματικά δάνεια.
Στα στεγαστικά δάνεια άνω των πέντε ετών, το μέσο επιτόκιο υποχώρησε από το 4,3% στο 3,6% μέσα σε περίπου ενάμιση χρόνο. Η μεταβολή αυτή μπορεί να φαίνεται μικρή σε απόλυτους αριθμούς, όμως για χιλιάδες δανειολήπτες μεταφράστηκε σε αισθητά χαμηλότερες μηνιαίες δόσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο που το κόστος ζωής παραμένει αυξημένο.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στα δάνεια ελεύθερων επαγγελματιών, αγροτών και μικρών επιχειρήσεων, όπου η αποκλιμάκωση ήταν ακόμη πιο έντονη. Σε ορισμένες κατηγορίες δανείων η μείωση των επιτοκίων ξεπέρασε το 1,5%, δίνοντας πρόσκαιρη ανακούφιση σε χιλιάδες μικρομεσαίους που είχαν βρεθεί αντιμέτωποι με εκρηκτική αύξηση του κόστους χρηματοδότησης τα προηγούμενα χρόνια.
Ωστόσο, η μείωση των επιτοκίων δεν αρκεί για να ανατρέψει τη συνολική εικόνα. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στο ύψος της δόσης, αλλά στο γεγονός ότι μεγάλος αριθμός νοικοκυριών εξακολουθεί να λειτουργεί με περιορισμένα περιθώρια ασφαλείας. Τα εισοδήματα αυξήθηκαν μεν ονομαστικά, όμως μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης εξανεμίστηκε από τον πληθωρισμό και την ακρίβεια.
Η ίδια η ΤτΕ παραδέχεται ότι το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα αυξήθηκε μόλις κατά 1,8%, παρά το γεγονός ότι σε ονομαστικούς όρους η αύξηση ήταν 5,8%. Ουσιαστικά, μεγάλο μέρος της ανόδου «κάηκε» από τις αυξήσεις στις τιμές ενέργειας, στα τρόφιμα, στις υπηρεσίες και στη στέγαση.
Το ιδιωτικό χρέος παραμένει η αόρατη απειλή για την οικονομία
Η μεγαλύτερη ανησυχία πλέον δεν αφορά μόνο το ύψος των δανείων, αλλά το κατά πόσο τα ελληνικά νοικοκυριά διαθέτουν πραγματική ανθεκτικότητα απέναντι σε μια νέα οικονομική αναταραχή. Η γεωπολιτική αστάθεια, οι πιέσεις στην ενέργεια και η αβεβαιότητα στην ευρωπαϊκή οικονομία δημιουργούν έναν συνδυασμό κινδύνων που μπορεί να επηρεάσει ξανά το διαθέσιμο εισόδημα και την ικανότητα αποπληρωμής δανείων.
Η ΤτΕ εκτιμά ότι ο κίνδυνος επιτοκίου έχει περιοριστεί οριακά, όμως η συνολική εικόνα παραμένει εύθραυστη. Η οικονομία μπορεί να εμφανίζει ανάπτυξη, οι τράπεζες να επιστρέφουν σε υψηλή κερδοφορία και οι δείκτες να βελτιώνονται, αλλά σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας συνεχίζει να ζει υπό τη σκιά των χρεών.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι το ιδιωτικό χρέος εξακολουθεί να λειτουργεί σαν αόρατο φρένο για την κατανάλωση και την οικονομική κινητικότητα. Όταν σχεδόν ο μισός οικογενειακός προϋπολογισμός αντιστοιχεί σε δανειακές υποχρεώσεις, τα περιθώρια αποταμίευσης, επενδύσεων και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου περιορίζονται δραματικά.
Και παρότι η κατάσταση απέχει πολύ από τα δραματικά επίπεδα της περασμένης δεκαετίας, όταν το χρέος των νοικοκυριών ξεπερνούσε ακόμη και το 80% των εισοδημάτων τους, η πραγματικότητα παραμένει σκληρή. Η Ελλάδα μπορεί να έχει γυρίσει σελίδα σε μακροοικονομικό επίπεδο, όμως για πολλές οικογένειες ο λογαριασμός της κρίσης παραμένει ανοιχτός.
Διαβάστε επίσης: Οι ελληνικές τράπεζες «πατούν γκάζι» στις χρηματοδοτήσεις: Νέα έκρηξη δανείων €2 δισ. στην αγορά







Μ.Η.Τ. 242183