Με ευρεία πλειοψηφία η Σύγκλητος του Παντείου Πανεπιστημίου ενέκρινε το κοινό μεταπτυχιακό πρόγραμμα με το Columbia University, παρά τις έντονες αντιδράσεις που έχουν εκδηλωθεί στο εσωτερικό του ιδρύματος για την επιβολή διδάκτρων.Με ευρεία πλειοψηφία ενέκρινε σήμερα, Πέμπτη 21 Μαΐου 2026, η Σύγκλητος του Παντείου Πανεπιστημίου το κοινό αγγλόφωνο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών με το Columbia University, βάζοντας τέλος – τουλάχιστον σε θεσμικό επίπεδο – στην έντονη εσωτερική αντιπαράθεση του Ιδρύματος.
Aπό τη συνεδρίαση της Συγκλήτου, 13 μέλη ψήφισαν υπέρ της συνεργασίας, 1 κατά, ενώ καταγράφηκαν και 3 λευκά.
Η απόφαση θεωρείται κομβικής σημασίας τόσο για τη στρατηγική διεθνοποίησης του Παντείου, όσο και για τη συνολικότερη προσπάθεια των ελληνικών δημόσιων πανεπιστημίων να αναπτύξουν διεθνείς συμπράξεις υψηλού ακαδημαϊκού κύρους.
Αξίζει να σημειωθεί, ότι η σημερινή έγκριση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς είχε προηγηθεί κλίμα έντονης πόλωσης στο εσωτερικό του πανεπιστημίου, με επίκεντρο κυρίως το ζήτημα των διδάκτρων και τον φόβο ότι δημιουργείται προηγούμενο για την καθιέρωση επί πληρωμή μεταπτυχιακών προγραμμάτων στο μοναδικό δημόσιο ΑΕΙ της χώρας, που διατηρεί έως σήμερα καθολικά δωρεάν μεταπτυχιακά για Έλληνες φοιτητές.
Το μεταπτυχιακό «Global China» και η συνεργασία με το Columbia
Η συνεργασία αφορά το αγγλόφωνο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Global China», το οποίο σχεδιάστηκε ως κοινό πρόγραμμα σπουδών μεταξύ του Παντείου και του Columbia.
Η πρόταση κατατέθηκε στο πλαίσιο της δράσης για τη διεθνοποίηση των ελληνικών ΑΕΙ μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και προωθήθηκε από τα Τμήματα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας και Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών.
Η συνεργασία των δύο Ιδρυμάτων, πάντως, δεν είναι νέα. Όπως είχε δηλώσει η Πρύτανις του Παντείου, Καθηγήτρια Χριστίνα Κουλούρη,υπάρχει ήδη από το 2020 Μνημόνιο Συνεργασίας (MOU) ανάμεσα στα δύο πανεπιστήμια, γεγονός που – σύμφωνα με τη διοίκηση – λειτούργησε ως βάση εμπιστοσύνης για την ανάπτυξη του κοινού μεταπτυχιακού.
Στο διάστημα που μεσολάβησε, πραγματοποιήθηκαν κοινές ακαδημαϊκές επεξεργασίες του προγράμματος, ανταλλαγές επισκέψεων μεταξύ των δύο Ιδρυμάτων, καθώς και τεχνικές παρεμβάσεις στις εγκαταστάσεις του Παντείου για τη δημιουργία νέων αιθουσών διδασκαλίας.
Μετά τη σημερινή έγκριση από τη Σύγκλητο, ο φάκελος αναμένεται να αποσταλεί στην Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ) για την τελική διαδικασία πιστοποίησης.
Η προειδοποίηση της Πρυτάνεως
Το κλίμα πριν από τη συνεδρίαση ήταν ιδιαίτερα φορτισμένο καθώς η κ. Κουλούρη είχε δηλώσει δημόσια ότι σε περίπτωση καταψήφισης της συνεργασίας θα υπέβαλε την παραίτησή της από την πρυτανική αρχή, χαρακτηρίζοντας πιθανή απόρριψη του προγράμματος «τεράστια βλάβη» για το πανεπιστήμιο.
Η ίδια είχε υποστηρίξει ότι η συνεργασία με ένα από τα κορυφαία πανεπιστήμια διεθνώς συνιστά «τεράστια επιτυχία και αναγνώριση της αξίας και του κύρους ενός ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου», αποδίδοντας τις αντιδράσεις σε μειοψηφικές φωνές εντός του ιδρύματος.
Η σημερινή υπερψήφιση, επομένως, δεν αποτελεί μόνο διοικητική εξέλιξη αλλά και προσωπική πολιτική δικαίωση για την πρυτανική αρχή, η οποία είχε επενδύσει σημαντικό θεσμικό και πολιτικό κεφάλαιο στην προώθηση της συμφωνίας.
Το ζήτημα των διδάκτρων
Στο επίκεντρο της διαμάχης βρέθηκε η πρόβλεψη για δίδακτρα ύψους 5.000 ευρώ για τους φοιτητές, που θα εισάγονται μέσω του Παντείου. Για τους συμμετέχοντες από το Columbia, το αντίστοιχο κόστος φέρεται να αγγίζει περίπου τα 80.000 δολάρια.
Η διοίκηση του Παντείου υπερασπίστηκε τη συγκεκριμένη επιλογή, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για εξαιρετικά χαμηλότερο ποσό σε σχέση με τα αμερικανικά δεδομένα, ενώ υπογράμμισε ότι θα προβλέπονται υποτροφίες σύμφωνα με τη νομοθεσία.
Παράλληλα, η πρυτανική αρχή τόνισε ότι μέρος των εσόδων θα ενισχύει τον Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας, ώστε να στηριχθούν διοικητικά και τα δωρεάν μεταπτυχιακά του ιδρύματος, αρκετά από τα οποία αντιμετωπίζουν προβλήματα υποστελέχωσης.
Από την άλλη πλευρά, μέλη ΔΕΠ και πανεπιστημιακοί κύκλοι εξέφρασαν έντονες αντιρρήσεις, υποστηρίζοντας ότι η επιβολή διδάκτρων ανοίγει τον δρόμο για σταδιακή εμπορευματοποίηση της μεταπτυχιακής εκπαίδευσης στο Πάντειο. Ο Σύλλογος Μελών ΔΕΠ είχε προειδοποιήσει ότι δημιουργείται «επικίνδυνο προηγούμενο», ενώ εξέφρασε φόβους για αποκλεισμό φοιτητών από χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα.
Τι χρηματοδότησε τελικά το κράτος
Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε και το ζήτημα της κρατικής χρηματοδότησης. Σύμφωνα με τη διοίκηση του Παντείου, το Ταμείο Ανάκαμψης δεν χρηματοδότησε τη δωρεάν λειτουργία του μεταπτυχιακού, αλλά κυρίως την προπαρασκευαστική φάση: τη σύνταξη του φακέλου, τις διοικητικές και νομικές διαδικασίες, τις διεθνείς διαβουλεύσεις και τις τεχνικές προσαρμογές που απαιτήθηκαν για τη δημιουργία του προγράμματος.
Με άλλα λόγια, η οικονομική βιωσιμότητα του μεταπτυχιακού μετά την έναρξη λειτουργίας του βασίζεται κυρίως στα δίδακτρα και όχι σε μόνιμη κρατική επιχορήγηση. Αυτό ακριβώς το σημείο αποτέλεσε βασικό πεδίο πολιτικής και ιδεολογικής σύγκρουσης εντός του ιδρύματος.
Η σημερινή απόφαση της Συγκλήτου ξεπερνά τα στενά όρια ενός ακόμη μεταπτυχιακού προγράμματος. Αγγίζει συνολικά το ερώτημα για το μοντέλο διεθνοποίησης που θα ακολουθήσουν τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια τα επόμενα χρόνια: αν δηλαδή μπορούν να αναπτύσσουν στρατηγικές συνεργασίες με κορυφαία ξένα ιδρύματα χωρίς να αλλοιώνεται ο δημόσιος χαρακτήρας τους.
Ειδικά για το Πάντειο, η έγκριση του κοινού μεταπτυχιακού με το Columbia αποτελεί χωρίς αμφιβολία ένα ισχυρό μήνυμα εξωστρέφειας και διεθνούς αναβάθμισης.







Μ.Η.Τ. 242183