του Ιωάννη Αντ. Παναγιωτόπουλου
Η τελευταία ευθεία επίθεση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, προκάλεσε μεγάλη εντύπωση σε όλα τα νηφάλια στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, που δεν αισθάνονται ότι τόσο η διαγραφή όσο και η διατύπωση αιχμηρών απαντήσεων, ευνοεί την ενότητα της Παράταξης και κυρίως την ομοθυμαδόν απαιτούμενη βέλτιστη συνέχιση του κυβερνητικού έργου, καθώς στο κρίσιμο πολιτικό ερώτημα για την διακυβέρνηση της Χώρας, η παρούσα κυβέρνηση παραμένει η μόνη ρεαλιστική πρόταση και ο πρωθυπουργός έχει «καθυποτάξει πολιτικά» τους θεσμικούς αρχηγούς της αντιπολίτευσης. Όταν μάλιστα, η συντήρηση αυτού του κλίματος, καθιστά συν τω χρόνω τον πρώην πρωθυπουργό από χρήσιμη φωνή για μια κυβέρνηση, όσο σκληρή ή και επιθετική εάν είναι, σε πραγματικό πολιτικό αντίπαλο.
Έτσι, γεννάται εκ των πραγμάτων το ερώτημα, εαν ο Αντώνης Σαμαράς ευρισκόμενος σε μια τέτοια θέση, θα προχωρήσει σε ίδρυση νέου κόμματος, πρωτίστως ως εκδήλωση πολιτικής στρατηγικής και λιγότερο ως προσωπική πρόθεση. Ο πρώην πρωθυπουργός έχει ήδη ιστορικό ρήξης και κομματικής πρωτοβουλίας (με την ίδρυση της Πολιτική Άνοιξη το 1993), άρα θεσμικά και πολιτικά δεν θα ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Ωστόσο, το σημερινό περιβάλλον είναι απολύτως διαφορετικό, επειδή: 1) είναι σαφές ότι δεν εκφράζει ιδεολογική ή απόλυτη πολιτική διαφοροποίηση, τι στιγμή που διαθέτει ακόμη ισχυρότατη επιρροή στο εσωτερικό του κόμματός του, επομένως η ρήξη θα ήταν πράξη υψηλού κόστους. 2) το ερώτημα εαν υπάρχει εκλογικός δεξιός/πατριωτικός χώρος, που να μην καλύπτεται ήδη από υπάρχοντα σχήματα, δεν απαντάται ρεαλιστικά. Χωρίς σαφή εκλογική δεξαμενή, ένα νέο κόμμα θα δυσκολευτεί. 3) ο χρόνος των εκλογών και ο εκλογικός νόμος (το όριο του 3%) και η ανάγκη οργανωτικής δομής καθιστούν μια νέα προσπάθεια απαιτητική. 4) τέλος, όπως είναι φυσιολογικό για κάθε άνθρωπο που θα βρισκόταν σε αυτήν τη φάση της πολιτικής του διαδρομής, ίσως τον ενδιαφέρει περισσότερο ο ρόλος του «παρεμβατικού θεσμικού παράγοντα» παρά του αρχηγού νέου σχηματισμού.
Επομένως, βλέποντας τα πράγματα με νηφαλιότητα, ασφαλώς βραχυπρόθεσμα η πιθανότητα νέου κόμματος είναι μάλλον χαμηλή, μεσοπρόθεσμα, όμως, οι εσωκομματικές εξελίξεις και η πιθανότητα δημιουργίας σαφούς ιδεολογικού ρήγματος δύνανται να ανοίξουν τους ασκούς του Αιόλου. Είναι εξαιρετικά κρίσιμο ότι η διατήρηση του κλίματος των τελευταίων ημερών δεν πλαισιώνει απλά τον Αντώνη Σαμαρά με όσους εκφράζουν ανησυχία ή θέλουν να εκδηλώσουν την όποια διαμαρτυρία, αλλά δημιουργεί τους όρους ρεύματος. Πολύ περισσότερο, εάν η ΝΔ κινείται στο 30%–33%, ένα νέο κόμμα που αφαιρεί 3%–4% δύναται να ρίξει τη ΝΔ κάτω από το όριο αυτοδυναμίας και να καταστήσει αναγκαίες τις όποιες συνεργασίες. Εάν, όμως, η ΝΔ κινείται ήδη χαμηλότερα (π.χ. 27%–29%), τότε η αποκοπή του 3% μπορεί να οδηγήσει σε στρατηγική ήττα όλου του χώρου, και μάλιστα η προεξοφλούμενη «χρήσιμη ψήφος» των παραδοσιακών ψηφοφόρων της Παράταξης, με τον ίδιο τρόπο που κινήθηκε στις τελευταίες ευρωεκλογές δύναται να μετατραπεί σε «ψήφο παρέμβασης». Πολύ περισσότερο όταν το 3% είναι ποσοστό αφετηρίας ενός κόμματος υπό την ηγεσία του Αντώνη Σαμαρά και όχι η μέγιστη πολιτική επιρροή που δύναται να ασκήσει.
Είναι γεγονός ότι ο Κόσμος έχει αλλάξει πλήρως τα τελευταία χρόνια, και κάθε μέρα αυτό γίνεται περισσότερο αισθητό. Και η Ελληνική κοινωνία έχει αλλάξει και οι πολιτικές συνθήκες έχουν αλλάξει. Σήμερα, οι πολιτικές εξελίξεις βρίσκονται στο χώρο που κάποτε ονομάζαμε δεξιά, ότι βρίσκεται πέρα από αυτήν δεν γοητεύει ή είναι αδιάφορο. Αυτό καθιστά ακόμη, και πολιτικές φιλοδοξίες που πλαισιώθηκαν από «αριστερά εξαπτέρυγα», να επιχειρούν συνειδητά να τοποθετηθούν σε αυτόν τον χώρο, όπως το πρόσφατο παράδειγμα της Κας Μαρίας Καρυστιανού, η οποία διετέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων της σιδηροδρομικής τραγωδίας των Τεμπών, εκπροσωπώντας δημόσια τις οικογένειες των θυμάτων και αναλαμβάνοντας ενεργό ρόλο στις παρεμβάσεις και τις διεκδικήσεις του συλλόγου.
Άρα, η ανάδειξη δύο ορατών πολιτικών πόλων στο χώρο της κυβερνώσας Παράταξης, δεν αποτελεί νηφάλια πολιτική επιλογή, επειδή ακριβώς βρίσκεται στον αντίποδα του αιτήματος της κοινωνίας, που είναι η σταθερότητα και η πρόοδος, δεν ωφελεί καμία πλευρά. Αλλά εάν συνεχιστεί, είναι βέβαιο ότι θα επιφέρει εξελίξεις. Τα ποιοτικά στοιχεία του συνόλου των δημοσκοπήσεων πείθουν, ότι ουδείς πολιτικός ηγέτης θα πρέπει να θεωρεί δεδομένο το όποιο αποτέλεσμα των επομένων εκλογών, δεν υπάρχει καμία από τις παλαιές σταθερές, και όποιος τους κάνει βαρύγδουπες αναλύσεις κινδυνεύει με τον ίδιο τρόπο να τους οδηγήσει σε «βαρύγδουπη» πτώση. Επομένως, κερδισμένος θα είναι αυτός που μόνο διαισθητικά θα λάβει αποφάσεις, γνωρίζοντας ότι πλέον πραγματοποιεί μια πολιτική ακροβασία χωρίς δίχτυ. Και ασφαλώς «τὸ μὲν μέλλον ἀόρατον», όπως λέει ο παππούς μας ο Θουκυδίδης, αλλά η τύχη βοηθά τους τολμηρούς (fortes fortuna adiuvat), όπως έλεγε ο θείος Βιργίλιος.
Ιωάννης Αντ. Παναγιωτόπουλος
Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
πρώην Γενικός Γραμματέας Μέσων Ενημέρωσης







Μ.Η.Τ. 242183