Στέγη σε κρίση: Η Τράπεζα της Ελλάδος ζητά ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης
Σαφές μήνυμα ότι τα έως σήμερα μέτρα δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης εκπέμπει η Τράπεζα της Ελλάδος, μέσα από τη νέα της έκθεση που δόθηκε στη δημοσιότητα. Η κεντρική τράπεζα αναγνωρίζει τις κυβερνητικές παρεμβάσεις που έχουν ήδη ανακοινωθεί ή δρομολογηθεί, ωστόσο προειδοποιεί ότι χωρίς πρόσθετες και πιο στοχευμένες δράσεις στην πλευρά της προσφοράς, οι πιέσεις στην αγορά κατοικίας θα συνεχιστούν, με τις τιμές να κινούνται εκ νέου ανοδικά και το 2026, έστω και με ηπιότερους ρυθμούς.
Σύμφωνα με την ανάλυση της ΤτΕ, η στεγαστική κρίση δεν αποτελεί πλέον ένα παροδικό φαινόμενο, αλλά μια δομική κοινωνικοοικονομική πρόκληση με έντονες προεκτάσεις. Η αυξημένη εγχώρια και διεθνής ζήτηση, σε συνδυασμό με τη χρόνια υστέρηση της προσφοράς, έχει οδηγήσει σε έντονη άνοδο τόσο των τιμών πώλησης όσο και των ενοικίων, επιβαρύνοντας κυρίως τα νοικοκυριά μεσαίου και χαμηλότερου εισοδήματος.
Γιατί τα σημερινά μέτρα δεν αρκούν
Η Τράπεζα της Ελλάδος αναγνωρίζει ότι παρεμβάσεις όπως το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ», οι επιδοτήσεις ενοικίου και τα νέα μέτρα που αναμένεται να εξειδικευθούν εντός του 2026 –όπως τα φορολογικά κίνητρα για τη μακροχρόνια μίσθωση και το νέο πλαίσιο αλλαγής χρήσης ανενεργών ακινήτων– κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ωστόσο, επισημαίνει ότι οι περισσότερες από αυτές τις πολιτικές ενισχύουν κυρίως τη ζήτηση, χωρίς να αντιμετωπίζουν αποφασιστικά το βασικό πρόβλημα της περιορισμένης προσφοράς κατοικιών.
Κατά την ΤτΕ, η ενίσχυση της προσφοράς προσιτής στέγης προϋποθέτει βαθύτερες θεσμικές και διοικητικές παρεμβάσεις. Κεντρικό ζητούμενο είναι η απλοποίηση των διαδικασιών σε όλα τα στάδια αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας, από τις αδειοδοτήσεις και τα πολεοδομικά ζητήματα έως τις χρήσεις γης. Μια τέτοια προσέγγιση, τονίζεται, θα μπορούσε να αποδεσμεύσει σημαντικό αριθμό αδρανών ακινήτων και να διευκολύνει τόσο τις ιδιωτικές όσο και τις δημόσιες επενδύσεις σε νέες κατοικίες.
Κοινωνικές πιέσεις και δημογραφικές επιπτώσεις
Η έκθεση της ΤτΕ δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις κοινωνικές συνέπειες της στεγαστικής κρίσης. Η δυσκολία πρόσβασης σε κατοικία με προσιτούς όρους επηρεάζει άμεσα τους νέους και τα νέα ζευγάρια, περιορίζοντας τη γεωγραφική κινητικότητα της εργασίας και επηρεάζοντας αρνητικά τις αποφάσεις για δημιουργία οικογένειας. Σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους ζωής, η στέγη μετατρέπεται σε κρίσιμο παράγοντα που διαμορφώνει τη δημογραφική και κοινωνική δυναμική της χώρας.
Παράλληλα, η ΤτΕ επισημαίνει ότι τα προγράμματα κοινωνικής κατοικίας και η αξιοποίηση δημόσιων ακινήτων μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά, υπό την προϋπόθεση ότι θα ενταχθούν σε ένα συνεκτικό σχέδιο αύξησης της προσφοράς και όχι μόνο ανακούφισης της ζήτησης.
Τι «βλέπει» η ΤτΕ για τις τιμές και τις επενδύσεις
Όσον αφορά την πορεία της αγοράς, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον και οι ανοδικές τάσεις στις τιμές θα συνεχιστούν και το επόμενο διάστημα, αν και με πιο ήπιους ρυθμούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν ισχυρές αρνητικές διεθνείς ή γεωπολιτικές αναταράξεις. Ιδιαίτερα στο υψηλότερων προδιαγραφών τμήμα της αγοράς, η δυναμική παραμένει ισχυρή, τροφοδοτούμενη από το ενδιαφέρον ξένων αγοραστών, την καλή πορεία του τουρισμού και τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών δεικτών.
Την ίδια στιγμή, η έκθεση δεν παραβλέπει τα διαχρονικά εμπόδια της ελληνικής αγοράς ακινήτων. Η γραφειοκρατία και οι διοικητικές καθυστερήσεις εξακολουθούν να λειτουργούν ανασταλτικά για νέες επενδύσεις, περιορίζοντας την ταχύτητα με την οποία μπορεί να αυξηθεί η προσφορά κατοικιών.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, όπου συγκεντρώνεται μεγάλο μέρος του πληθυσμού και της επενδυτικής δραστηριότητας. Οι εξελίξεις στον βόρειο άξονα της πόλης, με τη συγκέντρωση νέων «πράσινων» γραφειακών χώρων και χρήσεων αναψυχής, καθώς και ο υπερτοπικός πόλος του Ελληνικού στα νότια προάστια, αναμένεται να μεταβάλουν σημαντικά τα πρότυπα ζήτησης, εντείνοντας την ανάγκη για έγκαιρο και ολοκληρωμένο σχεδιασμό στεγαστικής πολιτικής.






Μ.Η.Τ. 242183