Της Μαρίας Αναστασιάδη
Η ανησυχία των στρατηγικών αναλυτών για τις συνέπειες του πολέμου στο Ιράν στις ευρωπαϊκές αγορές εντείνεται, καθώς οι επενδυτές προβληματίζονται όλο και περισσότερο για τις οικονομικές προοπτικές και την εκτόξευση του ενεργειακού κόστους. Σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg, σε περίπτωση που τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά για μεγαλύτερο διάστημα, το επενδυτικό κλίμα γύρω από τις ευρωπαϊκές μετοχές ενδέχεται να επιδεινωθεί αισθητά. Οι εκτιμήσεις 16 στρατηγικών αναλυτών συγκλίνουν στο ότι ο δείκτης Stoxx Europe 600 θα ολοκληρώσει τη χρονιά περίπου στις 624 μονάδες, δηλαδή οριακά υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα.
Παρότι οι μέσες προβλέψεις δεν έχουν διαφοροποιηθεί ιδιαίτερα σε σχέση με πριν από έναν μήνα, οι φόβοι για τις οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή αυξάνονται συνεχώς.
Ο Μαξιμίλιαν Ούλερ της Deutsche Bank τόνισε ότι τα περιθώρια περαιτέρω ανόδου στις αγορές παραμένουν περιορισμένα στο άμεσο μέλλον. Όπως εξήγησε, τα προηγούμενα χρόνια οι επενδυτές διατηρούσαν επιφυλακτική στάση και συχνά αναγκάζονταν να ακολουθούν εκ των υστέρων την ανοδική πορεία των αγορών. Σήμερα όμως, αρκετοί έχουν ήδη αυξημένη έκθεση στις μετοχές, γεγονός που καθιστά τους κινδύνους πιο δύσκολο να αγνοηθούν.
Παρά την αρχική πίεση που δέχθηκαν οι ευρωπαϊκές μετοχές μετά το ξέσπασμα του πολέμου, κατάφεραν να ανακτήσουν σημαντικό μέρος των απωλειών τους. Ωστόσο, η δυναμική τους έχει εξασθενήσει τον τελευταίο μήνα. Η διατήρηση της τιμής του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι εντείνει τις ανησυχίες για νέο κύμα πληθωρισμού, προκαλώντας παράλληλα άνοδο στις αποδόσεις των ομολόγων και ενισχύοντας τα σενάρια για δύο ή και τρεις αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ μέχρι το τέλος της χρονιάς.
Οι προβλέψεις των αναλυτών παρουσιάζουν πλέον μικρότερη απόκλιση. Η πιο αρνητική εκτίμηση προέρχεται από τη Societe Generale, η οποία τοποθετεί τον Stoxx 600 στις 580 μονάδες, περίπου 6,5% χαμηλότερα από τα τρέχοντα επίπεδα. Αντίθετα, η HSBC διατηρεί την πιο αισιόδοξη στάση, προβλέποντας άνοδο προς τις 670 μονάδες.
Αν και η Ευρώπη κατέγραψε μια σχετικά καλή περίοδο εταιρικών αποτελεσμάτων, η αύξηση της κερδοφορίας παραμένει αισθητά χαμηλότερη από εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών. Την ίδια στιγμή, οι πιέσεις στα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων εντείνονται, δημιουργώντας πρόσθετες προκλήσεις.
Στις ΗΠΑ, οι τεράστιες επενδύσεις γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη έχουν ενισχύσει σημαντικά τα εταιρικά αποτελέσματα, συμβάλλοντας στην άνοδο του S&P 500 σε νέα ιστορικά υψηλά.
Παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες εκτιμήσεις εξακολουθούν να προβλέπουν διψήφια αύξηση των κερδών ανά μετοχή στην Ευρώπη το 2026, κυρίως λόγω της ενέργειας και της αναμενόμενης ενίσχυσης της κατανάλωσης, ολοένα και περισσότεροι αναλυτές θεωρούν αυτές τις προσδοκίες υπερβολικά αισιόδοξες.
Η Μπεάτα Μάνθεϊ της Citigroup επεσήμανε ότι οι ευρωπαϊκές μετοχές κινούνται ήδη κοντά στα ιστορικά υψηλά τους και πολύ κοντά στους στόχους που είχαν τεθεί για το τέλος της χρονιάς. Σύμφωνα με τα μοντέλα της τράπεζας, οι αγορές εξακολουθούν να βασίζονται στην προσδοκία περαιτέρω αναβαθμίσεων της κερδοφορίας, παρότι εκτός των κλάδων των εμπορευμάτων και της τεχνολογίας αυξάνονται οι πιθανότητες υποβαθμίσεων.
Ο Ρολάν Καλογιάν της SocGen εμφανίζεται πλέον ως ένας από τους πιο απαισιόδοξους στρατηγικούς αναλυτές της αγοράς. Όπως υποστήριξε, μετά τα καλύτερα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου, οι επόμενες περίοδοι ανακοινώσεων ενδέχεται να αποδειχθούν πιο δύσκολες, καθώς οι απαιτήσεις των επενδυτών έχουν αυξηθεί και οι συνέπειες της σύγκρουσης αρχίζουν να επηρεάζουν πιο έντονα τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, τα πρώτα σημάδια επιβράδυνσης της οικονομίας στην ευρωζώνη γίνονται ολοένα και πιο εμφανή. Η επιχειρηματική δραστηριότητα υποχώρησε με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων δυόμισι ετών, ενώ ο σύνθετος δείκτης PMI της S&P Global παρέμεινε για δεύτερο συνεχόμενο μήνα σε επίπεδα που δείχνουν συρρίκνωση.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε προς τα κάτω τις προβλέψεις της για την ανάπτυξη και προς τα πάνω εκείνες για τον πληθωρισμό. Η οικονομία της ΕΕ εκτιμάται πλέον ότι θα αναπτυχθεί κατά 0,9% το 2026, χαμηλότερα τόσο από το 1,4% της προηγούμενης χρονιάς όσο και από τις αρχικές προβλέψεις. Παράλληλα, ο πληθωρισμός αναμένεται να κινηθεί στο 3%, πάνω από τον στόχο της ΕΚΤ.
Οι στρατηγικοί αναλυτές της Goldman Sachs προειδοποιούν ότι η ασθενέστερη ανάπτυξη περιορίζει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να μετακυλίουν το αυξημένο κόστος στους καταναλωτές, γεγονός που ενδέχεται να πιέσει ακόμη περισσότερο τα περιθώρια κέρδους.
Σύμφωνα με τη Bloomberg Intelligence, τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου ξεπέρασαν τις προσδοκίες κυρίως χάρη στις εταιρείες ενέργειας και τεχνολογίας. Ωστόσο, οι επενδυτές εμφανίζονται πλέον πιο απαιτητικοί, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στη βιωσιμότητα της κερδοφορίας και στις μελλοντικές προοπτικές, ιδιαίτερα μέσα σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων.
Ταυτόχρονα, έρευνα της Bank of America καταγράφει σαφή επιδείνωση του επενδυτικού κλίματος απέναντι στις ευρωπαϊκές μετοχές. Για πρώτη φορά από τα τέλη του 2024, περισσότεροι διαχειριστές κεφαλαίων εμφανίζονται υποεπενδεδυμένοι στην Ευρώπη σε σχέση με τις διεθνείς αγορές. Στην αρχή της κρίσης στο Ιράν, το ποσοστό όσων διατηρούσαν αυξημένες θέσεις στις ευρωπαϊκές μετοχές ήταν αισθητά υψηλότερο.
Η μεταβολή αυτή αποδίδεται κυρίως στην επιδείνωση των προοπτικών για την ευρωπαϊκή οικονομία. Μόλις ένα μικρό ποσοστό επενδυτών εκτιμά ότι οι ευρωπαϊκές μετοχές θα κινηθούν ανοδικά βραχυπρόθεσμα, ενώ και οι πιο μακροπρόθεσμες προσδοκίες έχουν υποχωρήσει σημαντικά.
Όπως σχολίασαν οι αναλυτές της Bank of America υπό τον Αντρέας Μπρούκνερ, η ανησυχία ότι οι επενδυτές ίσως μειώσουν υπερβολικά την έκθεσή τους στις μετοχές έχει πλέον μετατραπεί στον φόβο ότι δεν τη μειώνουν αρκετά.







Μ.Η.Τ. 242183