Η σταδιακή απομάκρυνση κινεζικών τεχνολογιών από κρίσιμους τομείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδέχεται να επιβαρύνει σημαντικά την οικονομία και την ψηφιακή μετάβαση της Ευρώπης
Οι νέες πολιτικές της Ευρωπαϊκή Ένωση για την ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας και τη σταδιακή απομάκρυνση κινεζικού εξοπλισμού από κρίσιμες υποδομές ενδέχεται να κοστίσουν περισσότερα από 400 δισ. δολάρια μέσα στην επόμενη πενταετία, σύμφωνα με μελέτη της KPMG που εκπονήθηκε για λογαριασμό του Εμπορικού Επιμελητηρίου της Κίνας στην ΕΕ (CCCEU).
Σύμφωνα με το Reuters, η ΕΕ προωθεί νέους κανόνες κυβερνοασφάλειας που προβλέπουν τη σταδιακή κατάργηση εξοπλισμού και εξαρτημάτων από προμηθευτές που χαρακτηρίζονται «υψηλού κινδύνου» σε κρίσιμους τομείς υποδομών. Η πρωτοβουλία έχει προκαλέσει αντιδράσεις από την Huawei, η οποία συγκαταλέγεται στις εταιρείες που επηρεάζονται άμεσα από τα υπό εξέταση μέτρα.
Η μελέτη της KPMG εκτιμά ότι η υποχρεωτική αντικατάσταση κινεζικού εξοπλισμού σε 18 στρατηγικούς τομείς της ευρωπαϊκής οικονομίας θα κοστίσει συνολικά 367,8 δισ. ευρώ την περίοδο 2026-2030. Το κόστος περιλαμβάνει την αντικατάσταση hardware, την απομείωση υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων, αλλά και τις επιπτώσεις από τη μειωμένη αποδοτικότητα και τις καθυστερήσεις στην ψηφιοποίηση.
Ιδιαίτερα μεγάλες επιπτώσεις αναμένονται στους τομείς της ενέργειας και των τηλεπικοινωνιών, που αποτελούν βασικούς πυλώνες της ψηφιακής και πράσινης μετάβασης της Ευρώπης.
Παράλληλα, έξι χώρες της ΕΕ αναμένεται να καταγράψουν απώλειες άνω των 10 δισ. ευρώ: η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Πολωνία και η Ολλανδία. Η Γερμανία εκτιμάται ότι θα επωμιστεί το μεγαλύτερο βάρος, με το κόστος να φτάνει τα 170,8 δισ. ευρώ.
Οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο βρίσκονται ακόμη στα πρώτα στάδια της νομοθετικής διαδικασίας για την οριστικοποίηση των νέων κανονισμών κυβερνοασφάλειας, γεγονός που σημαίνει ότι το τελικό πλαίσιο ενδέχεται να υποστεί σημαντικές τροποποιήσεις τους επόμενους μήνες.







Μ.Η.Τ. 242183