Η αγορά ομολόγων φαίνεται να υπενθυμίζει με έντονο τρόπο τα όρια των πολιτικών παρεμβάσεων, καθώς ακόμη και οι κινήσεις του προέδρου Τραμπ δεν καταφέρνουν να ανακόψουν την πίεση που δέχονται οι αγορές. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Deutsche Bank εκτιμά ότι οι επενδυτές της Wall Street οφείλουν να ενισχύσουν την προστασία των χαρτοφυλακίων τους απέναντι σε πιθανές έντονες αναταράξεις.
Παρά τις πρόσφατες δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου για αποκλιμάκωση της έντασης με το Ιράν, οι αγορές κρατικών ομολόγων δεν έδειξαν ουσιαστική αντίδραση. Οι αποδόσεις εξακολουθούν να κινούνται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, γεγονός που απασχόλησε και τη συνάντηση των υπουργών Οικονομικών του G7 στο Παρίσι, όπου συζητήθηκαν οι συνέπειες της ανόδου των επιτοκίων στις διεθνείς οικονομίες.
Ο Τραμπ ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι ακυρώθηκαν στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν που είχαν προγραμματιστεί για την επόμενη ημέρα, αναφέροντας πως βρίσκονται σε εξέλιξη σοβαρές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στις δύο πλευρές, με πιθανότητες επίτευξης συμφωνίας. Οι δηλώσεις αυτές συνέβαλαν στη σταθεροποίηση της Wall Street, περιορίζοντας τις απώλειες του δείκτη S&P 500, ενώ ταυτόχρονα συγκράτησαν και τη νέα άνοδο στις τιμές του πετρελαίου.
Ωστόσο, οι εξελίξεις αυτές δεν στάθηκαν ικανές να μειώσουν την ανησυχία που προκαλεί η πορεία των αμερικανικών ομολόγων. Η απόδοση του 30ετούς κρατικού τίτλου κινείται κοντά στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007, ενώ το 10ετές ομόλογο βρίσκεται σε υψηλό περίπου δεκαπέντε μηνών.
Οι αναλυτές στρατηγικής της Deutsche Bank προειδοποιούν ότι οι επενδυτές πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τους τους λεγόμενους «κινδύνους ουράς», δηλαδή τα σενάρια ακραίων εξελίξεων, και να προχωρήσουν σε κινήσεις αντιστάθμισης κινδύνου για την προστασία των επενδύσεών τους.
Μέχρι πρόσφατα, το επενδυτικό κλίμα στη Wall Street στηριζόταν κυρίως στα θετικά εταιρικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και στις ελπίδες ότι η ένταση στον Περσικό Κόλπο θα αποκλιμακωθεί. Σύμφωνα όμως με τη Deutsche Bank, και οι δύο αυτοί παράγοντες χάνουν σταδιακά τη δυναμική τους, χωρίς να έχουν εμφανιστεί νέες θετικές εξελίξεις που θα μπορούσαν να στηρίξουν περαιτέρω την αγορά μετοχών.
Η τράπεζα θεωρεί ως αποτελεσματική μορφή προστασίας την αγορά δικαιωμάτων πώλησης (put options), ιδιαίτερα εκείνων που βρίσκονται «out-of-the-money». Τα συγκεκριμένα παράγωγα επιτρέπουν στους επενδυτές να προστατεύσουν την αξία των χαρτοφυλακίων τους σε περίπτωση σημαντικής πτώσης των χρηματιστηριακών δεικτών.
Οι αναλυτές εκτιμούν ακόμη ότι η ώθηση που έδωσαν τα εταιρικά αποτελέσματα στις αγορές πιθανόν να εξασθενήσει μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της Nvidia, τα οποία αναμένονται ιδιαίτερα κρίσιμα για το επενδυτικό κλίμα.
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα είχε ήδη προκαλέσει έντονη μεταβλητότητα στις αγορές από τις αρχές Μαρτίου. Παρ’ όλα αυτά, στη συνέχεια οι αμερικανικές μετοχές κατέγραψαν σημαντική άνοδο, καθώς οι επενδυτές πόνταραν σε μια πιθανή συμφωνία και στην επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ.
Παρότι η ένταση μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών έχει περιοριστεί, το Στενό εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα λειτουργίας. Σύμφωνα με τη Deutsche Bank, όσο η κατάσταση αυτή παραμένει άλυτη, τόσο αυξάνονται οι κίνδυνοι για τις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές.
Οι αναλυτές της τράπεζας προειδοποιούν ότι εάν συνεχιστεί για ακόμη ένα τρίμηνο το πολιτικό και στρατιωτικό αδιέξοδο, τότε οι πιθανότητες σημαντικής ανόδου των μετοχών περιορίζονται αισθητά.
Παράλληλα, ο δείκτης πίεσης της Deutsche Bank -ο οποίος μετρά το επίπεδο στρες στις αγορές λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες όπως ο πληθωρισμός και η πολιτική αποδοχή του προέδρου- εμφανίζει ξανά ανοδική τάση.
Τέλος, η τράπεζα επισημαίνει ότι το κόστος ασφάλισης μέσω των put options παραμένει ακόμη σε σχετικά λογικά επίπεδα, γεγονός που καθιστά αυτή τη στρατηγική προσιτή για πολλούς επενδυτές που επιθυμούν να προστατευθούν από μια πιθανή έντονη διόρθωση των αγορών.
Διαβάστε επίσης: Παγκόσμια αναταραχή στα ομόλογα: Οι αποδόσεις εκτοξεύονται και το χρέος γίνεται ακριβό





Μ.Η.Τ. 242183