Μονή Σινά: Το υπουργείο Εξωτερικών της Αιγύπτου, επαναβεβαιώνει σήμερα την πλήρη δέσμευσή του να διατηρήσει το καθεστώς της Μονής της Αγίας Αικατερίνης Σινά, τονίζοντας ότι η πρόσφατη δικαστική απόφαση ρυθμίζει το νομικό καθεστώς της μονής και διασφαλίζει την ιερότητά της. Ενώ χαρακτηρίζει τις σχετικές φήμες εντελώς αβάσιμες καθώς και η Προεδρία της χώρας εξέφρασε την πλήρη δέσμευσή της στη διαφύλαξη του μοναδικού και ιερού θρησκευτικού καθεστώτος της, σχετικά με τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε στις 28 Μαΐου και αφορά τα εδάφη γύρω από τη Μονή .
Μετά από αυτή την εξέλιξη η κυβέρνηση παρακολουθεί για να δει αν θα υλοποιηθούν οι δεσμεύσεις του Καΐρου, και δεν πρέπει να ξεχνάει τον στόχο που πάντα πρέπει να έχει η πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που ανοίγει διόδους, ενδυναμώνει τις επιλογές συμμάχων, αυξάνει την δυναμική μια χώρας σε θέματα διπλωματίας και μειώνει -αν όχι αποκλείει- ακόμα και τέτοιου είδους διακρατικές παρεξηγήσεις.
Το εν λόγω περιστατικό, ασχέτως της κατάληξής του, πρέπει να προβληματίσει την Αθήνα… για πρώτη φορά από την εποχή του Ιουστινιανού που υπάρχει η Μονή στο Σινά, αυτή και τα περιουσιακά της στοιχεία, έχουν περιέλθει πλέον στην ιδιοκτησία του Αιγυπτιακού κράτους προς τουριστική αξιοποίηση.
Στελέχη της κυβέρνησης αναφέρουν τα εξής για το θέμα της Μονής Σινά:
«Οι επίσημες ανακοινώσεις της αιγυπτιακής πλευράς κινούνται στη σωστή κατεύθυνση. Εν αναμονή και της πλήρους αξιολόγησης της δικαστικής απόφασης, οι δύο κυβερνήσεις θα συνεχίσουν το αμέσως επόμενο διάστημα τη συζήτηση για την επίλυση του ζητήματος με θεσμικό τρόπο, στην κατεύθυνση της κοινής κατανόησης και όσων είχαν συμφωνηθεί κατ΄ιδίαν και ανακοινωθεί δημοσίως κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Αιγύπτιου Προέδρου στην Αθήνα: σκοπός η θωράκιση του λατρευτικού και ελληνορθόδοξου χαρακτήρα της Μονής».
Ειδικότερα, η απόφαση που ελήφθη πρόσφατα από αιγυπτιακό δικαστήριο, δίνει τέλος με τον χειρότερο δυνατό τρόπο στην πολυετή νομική επίθεση που δέχονται οι μοναχοί της αγίας Αικατερίνης από το αιγυπτιακό κράτος, που μέσω δικαστικών πιέσεων και επιθέσεων από την εποχή που στα πράγματα ήταν οι «Αδελφοί Μουσουλμάνοι» επιχειρεί να κλείσει το αρχαιότερο μοναστήρι του κόσμου.
Πλέον η ιδιοκτησία της Μονής και όλων των περιουσιακών στοιχείων της περνά στο αιγυπτιακό κράτος. Οι μοναχοί καλούνται να εγκαταλείψουν συγκεκριμένα ακίνητα όπου πλέον δεν τους επιτρέπεται πρόσβαση και παραμένουν στην Μονή για την επιτέλεση των θρησκευτικών τους αναγκών για όσο τους το επιτρέπει ο ιδιοκτήτης, δηλαδή το αιγυπτιακό κράτος.
Αξίζει να αναφέρουμε για την ιστορία ότι και παλιότερα δημοσιεύματα για το θέμα, ανέφεραν ότι παράλληλες κινήσεις με τις επίσημες αιγυπτιακές αρχές για το Μοναστήρι γίνονταν και από τους Κόπτες της Αιγύπτου.
Σύμφωνα με δημοσιεύματα υπήρχαν αρκετές καταγγελίες ότι οι Κόπτες εδώ και καιρό καταλάμβαναν παράνομα αρκετές εκτάσεις και κτίρια που ανήκουν στην ελληνορθόδοξη μονή, ενώ παράλληλα ασκούσαν επιρροή και στην κυβέρνηση Σίσι προς την κατεύθυνση να τους δοθεί ο έλεγχος ακόμα και του ίδιου του μοναστηριού.
Οι Κόπτες της Αιγύπτου, παρά το γεγονός ότι έχουν γίνει αντικείμενο σκληρής πολεμικής και επιθέσεων από την πλευρά των πιο ακραίων μουσουλμανικών τάσεων της αιγυπτιακής κοινωνίας, έχουν μακρά ιστορία στην Αίγυπτο και έχουν και επιρροή.
Οι Κόπτες
Η Χριστιανική Κοπτική Ορθόδοξη Εκκλησία, είναι μια από τις λεγόμενες Ανατολίτικες Ορθόδοξες Εκκλησίες, που είναι γνωστές και ως Προχαλκηδόνιες. Οι Ανατολίτικες Ορθόδοξες Εκκλησίες αποσπάστηκαν ουσιαστικά πρώτες από τον κύριο κορμό των Εκκλησιών του πρώιμου Χριστιανισμού, πολύ πριν υπάρξει καν ο διαχωρισμός ανάμεσα σε Καθολικισμό και Ορθοδοξία, που είναι γνωστός και ως Μεγάλο Σχίσμα.
Οι Προχαλκηδόνιες Εκκλησίες «έσπασαν» από τον υπόλοιπο Χριστιανισμό με αφορμή την Σύνοδο της Χαλκηδόνας (το σημερινό Κάντικιοϊ της Κωνσταντινούπολης) το 451 μ.Χ., την Δ’ Οικουμενική Σύνοδο, την οποία συγκάλεσε το αυτοκρατορικό ζεύγος του Μαρκιανού και της Πουλχερίας, για να συζητηθεί η «φύση» του Ιησού Χριστού. Στην Σύνοδο επικράτησε η δυοφυσιτική ορολογία (« εις Χριστόν εν δύο φύσεσι μετά την ένωση»), με αποτέλεσμα όσοι υιοθέτησαν την ορολογία του Κυρίλλου της Αλεξανδρείας για «μία φύσις του Θεού Λόγου σεσαρκωμένη», με την παραδοχή ότι ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, με τις δύο φύσεις να είναι ενωμένες «αναλλοιώτως, ασυγχύτως» αποχώρησαν. Το Χριστολογικό αυτό δόγμα είναι ο Μιαφυσιτισμός, ο οποίος είναι διαφορετικός από τον Μονοφυσιτισμό, σύμφωνα με τον οποίο η θεία φύση του Κυρίου Ιησού Χριστού θεωρείται κυρίαρχη επί της ανθρώπινης.







Μ.Η.Τ. 242183