Η ΔΕΗ ολοκληρώνει έναν εντυπωσιακό μετασχηματισμό: Από ζημιές 1,7 δισ. το 2019 σε κέρδη 400 εκατ. το 2024, πλήρης απολιγνιτοποίηση το 2026
Η ΔΕΗ ολοκληρώνει την πιο βαθιά αναδιάρθρωση της ιστορίας της, μεταβαίνοντας από την εικόνα μιας ζημιογόνου και ενεργειακά «βαριάς» επιχείρησης σε έναν όμιλο διεθνούς προσανατολισμού, με πρωταγωνιστικό ρόλο στην πράσινη μετάβαση της Ελλάδας και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Τα στοιχεία του νέου επιχειρησιακού σχεδίου 2026-2028 αποτυπώνουν τον μετασχηματισμό: από ζημιές 1,7 δισ. ευρώ το 2019, η εταιρεία έφτασε σε κέρδη 400 εκατ. ευρώ το 2024 και στοχεύει σε 900 εκατ. ευρώ το 2028. Τα λειτουργικά αποτελέσματα ανέβηκαν από 0,3 δισ. σε 1,8 δισ. το 2024, με προοπτική 2,9 δισ. το 2028, ενώ οι επενδύσεις εκτοξεύτηκαν από 600 εκατ. σε 3 δισ. ετησίως.
Το μέρισμα που ήταν μηδενικό το 2019 φτάνει τα 0,6 ευρώ για τη χρήση του 2025 και διπλασιάζεται σε 1,2 ευρώ το 2028, επιβεβαιώνοντας τη σταθεροποίηση των οικονομικών μεγεθών και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης της αγοράς.
Η στροφή στις ΑΠΕ και το τέλος του λιγνίτη
Ο μετασχηματισμός της ΔΕΗ στηρίζεται στον στρατηγικό περιορισμό του λιγνίτη και στη μαζική στροφή σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Από τα 3,7 GW λιγνιτικής ισχύος το 2019, η επιχείρηση έχει διατηρήσει μόλις 0,6 GW το 2024 και σχεδιάζει την πλήρη απόσυρση του λιγνίτη έως το τέλος του 2026, με την Πτολεμαΐδα 5 να μετατρέπεται σε μονάδα φυσικού αερίου. Αντίθετα, οι ΑΠΕ από 3,2 GW το 2019 εκτινάσσονται σε 5,5 GW το 2024 και αναμένεται να φτάσουν τα 12,7 GW το 2028.
Η επίδραση στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα είναι εντυπωσιακή: από 23,1 εκατ. τόνους CO₂ το 2019, οι εκπομπές μειώθηκαν στους 9,7 εκατ. τόνους το 2024 και προβλέπεται να πέσουν στα 3,5 εκατ. τόνους έως το 2028. Η ΔΕΗ, πέρα από την εσωτερική της αναδιάρθρωση, έχει πραγματοποιήσει εξαγορές στη Ρουμανία, δραστηριοποιείται σε Βουλγαρία, Κροατία και Ιταλία, ενώ διευρύνει το χαρτοφυλάκιό της σε τηλεπικοινωνίες, φόρτιση ηλεκτρικών οχημάτων και λιανική, με τελευταία μεγάλη κίνηση την εξαγορά της Κωτσόβολος.
Η νέα εποχή του εξηλεκτρισμού
Η Ελλάδα και η ευρύτερη περιοχή εισέρχονται σε φάση αυξημένης ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς μεταφορές, θέρμανση και ψύξη μετακινούνται από στερεά και υγρά καύσιμα στον ηλεκτρισμό. Σύμφωνα με το επιχειρησιακό σχέδιο, η ζήτηση σε Ελλάδα και Ρουμανία αναμένεται να αυξηθεί κατά 25% έως το 2035.
Μέχρι το 2030 προβλέπεται επταπλασιασμός της ζήτησης από data centers, εξαπλασιασμός του στόλου ηλεκτρικών οχημάτων, τριπλασιασμός της χρήσης αντλιών θερμότητας και άνοδος 10% στη ζήτηση οικιακής ψύξης. Ταυτόχρονα, η απόσυρση μονάδων ηλεκτροπαραγωγής από άνθρακα στα Βαλκάνια και οι αυξημένες ανάγκες της Ουκρανίας για εισαγωγές ρεύματος διαμορφώνουν ένα περιβάλλον υψηλής ενεργειακής ζήτησης στη ΝΑ Ευρώπη.
Οι επενδύσεις σε νέες μονάδες και αποθήκευση
Για την κάλυψη αυτής της αυξανόμενης ζήτησης, το επιχειρησιακό σχέδιο της ΔΕΗ προβλέπει ανάπτυξη νέων μονάδων ΑΠΕ και φυσικού αερίου, καθώς και σημαντικές επενδύσεις σε έργα αποθήκευσης, που θεωρούνται κρίσιμα για τη σταθερότητα του συστήματος. Η συνολική ισχύς παραγωγής θα φτάσει τα 16,6 GW το 2028, με το 77% να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές.
Στο τέλος του 2026, η Ελλάδα θα έχει απεξαρτηθεί οριστικά από τον λιγνίτη, μια αλλαγή που σηματοδοτεί το ταχύτερο πρόγραμμα απολιγνιτοποίησης στην Ευρώπη.
Μια ΔΕΗ με περιφερειακό ρόλο
Η νέα στρατηγική της ΔΕΗ, σε συνδυασμό με τη διεθνή της παρουσία, αναδεικνύει την επιχείρηση σε βασικό πυλώνα της ενεργειακής μετάβασης στη ΝΑ Ευρώπη. Η επιχείρηση σχεδιάζει να αξιοποιήσει την αυξημένη περιφερειακή ζήτηση, επενδύοντας σε μονάδες, δίκτυα και υπηρεσίες που θα ενισχύσουν τον ρόλο της ως περιφερειακού ενεργειακού παίκτη.
Ο μετασχηματισμός της δεν αφορά μόνο τις οικονομικές επιδόσεις αλλά και την τοποθέτησή της σε μια νέα ενεργειακή πραγματικότητα που απαιτεί ταχύτητα, επενδύσεις και τεχνολογική υπεροχή.
Διαβάστε επίσης: ΔΕΗ: Τετραπλή στήριξη από διεθνείς οίκους – Πλήρης ευθυγράμμιση για «εκτόξευση» ως το 2028







Μ.Η.Τ. 242183