Οι ρευματοκλοπές κοστίζουν περίπου 450 εκατ. ευρώ τον χρόνο στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, επιβαρύνοντας τους συνεπείς καταναλωτές
Ένα από τα πιο επίμονα και δαπανηρά προβλήματα της ελληνικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας παραμένουν οι ρευματοκλοπές, με το κόστος να μετακυλίεται τελικά στους συνεπείς καταναλωτές. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία αποτυπώνουν μια εικόνα μεγάλης οικονομικής αιμορραγίας, αλλά και τις πρώτες ενδείξεις σταδιακού περιορισμού του φαινομένου μέσω της τεχνολογίας.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΔΕΔΔΗΕ, το «ενεργό απόθεμα» παροχών που συνδέεται με περιστατικά ρευματοκλοπής προσεγγίζει τις 400.000. Σε κάθε μία από αυτές, η μη καταγραφείσα κατανάλωση υπολογίζεται κατά μέσο όρο σε 13 μεγαβατώρες, με διάρκεια παραβατικής συμπεριφοράς περίπου δύο έτη. Σε ετήσια βάση, αυτό μεταφράζεται σε απώλειες 6,5 μεγαβατωρών ανά παροχή.
Η συνολική οικονομική επίπτωση των μη τεχνικών απωλειών εκτιμάται σε περίπου 450 εκατ. ευρώ τον χρόνο. Πρόκειται για ένα κόστος που δεν εξαφανίζεται, αλλά επιμερίζεται στους λογαριασμούς πολιτών και επιχειρήσεων, επιβαρύνοντας κάθε συνεπή καταναλωτή με περίπου 60 ευρώ ετησίως.
Από οριακό πρόβλημα σε διαρθρωτική απειλή
Οι ρευματοκλοπές δεν είχαν πάντα αυτή την έκταση. Την περίοδο 2012–2013, οι μη τεχνικές απώλειες κινούνταν κοντά στο 1,1%. Ωστόσο, η δεκαετής οικονομική κρίση, η πανδημία και στη συνέχεια η ενεργειακή κρίση του 2022 λειτούργησαν σωρευτικά, εκτοξεύοντας το ποσοστό στο 5-6%. Η αύξηση αυτή ανέδειξε το φαινόμενο σε σοβαρή διαρθρωτική απειλή για τη βιωσιμότητα της αγοράς και τη δικαιοσύνη στη χρέωση της κατανάλωσης.
Παρά τη δυσμενή εικόνα, τα πρώτα σημάδια αποκλιμάκωσης είναι πλέον ορατά. Η σταδιακή εγκατάσταση έξυπνων μετρητών, που επιτρέπουν συνεχή παρακολούθηση και ταχύτερο εντοπισμό παραβάσεων, συνέβαλε σε μείωση των ρευματοκλοπών κατά περίπου 9% μέσα στο 2024. Οι πρώιμες εκτιμήσεις δείχνουν ότι ανάλογη πτώση καταγράφεται και το 2025, οδηγώντας σε σωρευτική μείωση της τάξης του 18% μέσα σε δύο χρόνια.
Σε οικονομικούς όρους, η εξέλιξη αυτή ισοδυναμεί με ελάφρυνση περίπου 10 ευρώ ανά λογαριασμό σε ετήσια βάση, περιορίζοντας σταδιακά τη μετακύλιση του κόστους στους συνεπείς καταναλωτές.
Τεχνητή νοημοσύνη και εντατικοί έλεγχοι
Κομβικό ρόλο στον περιορισμό του φαινομένου διαδραματίζει και η ενίσχυση των ελέγχων. Οι επιθεωρήσεις ξεπερνούν πλέον τις 50.000 ετησίως, με σημαντικά υψηλότερη αποτελεσματικότητα σε σχέση με το παρελθόν. Ο εντοπισμός ύποπτων παροχών βασίζεται σε μια ολοκληρωμένη αλυσίδα εργαλείων που περιλαμβάνει τηλεμέτρηση, μηνιαίες καταμετρήσεις, αλγορίθμους ανάλυσης δεδομένων και εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, σε συνδυασμό με καταγγελίες πολιτών και επιτόπιους ελέγχους.
Το συνολικό όφελος για τους συνεπείς καταναλωτές την περίοδο 2024-2025 εκτιμάται μεταξύ 150 και 200 εκατ. ευρώ, τόσο από τη μόνιμη μείωση των απωλειών όσο και από την αξιοποίηση των εισπράξεων προστίμων στο πλαίσιο του ισχύοντος ρυθμιστικού μηχανισμού.
Όπως επισημαίνουν πηγές του Διαχειριστή, τα πρόστιμα για ρευματοκλοπές δεν αποτελούν έσοδο του ΔΕΔΔΗΕ. Τα ποσά κατευθύνονται στους προβλεπόμενους λογαριασμούς του συστήματος και λειτουργούν τελικά υπέρ των συνεπών καταναλωτών, περιορίζοντας το κόστος που επιβαρύνει τους λογαριασμούς τους.
Διαβάστε επίσης: Ρευματοκλοπές: Στη μάχη ρίχνεται και η ΑΑΔΕ – Ο νέος ρόλος της







Μ.Η.Τ. 242183