Κόντρα στο κλίμα αποκλιμάκωσης που επιχειρούν να καλλιεργήσουν δημοσίως πολιτικοί ηγέτες τις τελευταίες ημέρες, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση κλιμακώνουν τη μεταξύ τους αντιπαράθεση γύρω από το ρυθμιστικό πλαίσιο του ψηφιακού χώρου, υιοθετώντας όλο και πιο συγκρουσιακή ρητορική και πρακτική.
Η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να επιβάλει τιμωρητικές κυρώσεις σε οργανώσεις που δραστηριοποιούνται κατά της ρητορικής μίσους και της παραπληροφόρησης στο διαδίκτυο, καθώς και η απαγόρευση εισόδου στις ΗΠΑ του πρώην Ευρωπαίου Επιτρόπου Τιερί Μπρετόν, προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις τόσο από τις Βρυξέλλες όσο και από το Παρίσι.
Υπενθυμίζεται ότι ο Μπρετόν διετέλεσε Επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς κατά την πρώτη θητεία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της Πράξης για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act – DSA). Η εν λόγω νομοθεσία αποσκοπεί στην ενίσχυση της λογοδοσίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και των μεγάλων ψηφιακών πλατφορμών (X, Facebook, Instagram, YouTube, TikTok κ.ά.) ως προς το περιεχόμενο που φιλοξενούν και διακινούν.
Η DSA προβλέπει, μεταξύ άλλων, την επιβολή διοικητικών προστίμων που μπορούν να φθάσουν έως και το 6% του παγκόσμιου ετήσιου κύκλου εργασιών μιας εταιρείας σε περίπτωση σοβαρών παραβάσεων. Πριν από λίγες ημέρες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο ύψους 120 εκατ. ευρώ στην πλατφόρμα X του Έλον Μασκ, επικαλούμενη για πρώτη φορά τις διατάξεις της DSA, κίνηση που προκάλεσε την έντονη αντίδραση του δισεκατομμυριούχου επιχειρηματία.
«Λογοκρισία» κατά Τραμπ
Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η DSA συνιστά μορφή λογοκρισίας. Τη θέση αυτή είχε εκφράσει δημοσίως, επί ευρωπαϊκού εδάφους, και ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέιμς Ντι Βανς, κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου τον περασμένο Φεβρουάριο. Ο Βανς είχε κατηγορήσει την Ευρώπη για υπερβολική ρυθμιστική προσέγγιση, υποστηρίζοντας ότι αυτή απειλεί τόσο την καινοτομία όσο και την ελευθερία της έκφρασης.
Ιδιαίτερη αμηχανία είχε προκαλέσει τότε και η αναφορά του στην πρόσφατα δημοσιευθείσα «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας» των ΗΠΑ, σύμφωνα με την οποία η Ευρώπη, εάν δεν αλλάξει άμεσα πορεία, κινδυνεύει με «αφανισμό του πολιτισμού της».
Μετά τις τελευταίες ανακοινώσεις της Ουάσινγκτον, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αντέδρασε καταδικάζοντας «έντονα» τα αμερικανικά μέτρα. Σε σχετική δήλωση τονίζεται ότι η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί «θεμελιώδες δικαίωμα στην Ευρώπη και κοινή βασική αξία με τις Ηνωμένες Πολιτείες στον δημοκρατικό κόσμο», ενώ επισημαίνεται ότι η ΕΕ είναι έτοιμη να «απαντήσει άμεσα και αποφασιστικά» σε περίπτωση αδικαιολόγητων ενεργειών από την αμερικανική πλευρά.
Μακρόν: «Εξαναγκασμός και υπονόμευση της ψηφιακής κυριαρχίας»
Σε ακόμη υψηλότερους τόνους κινήθηκε ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμμανουέλ Μακρόν. Υπογράμμισε ότι οι κανόνες που διέπουν την ψηφιακή αγορά της ΕΕ αποφασίζονται αποκλειστικά από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και κατηγόρησε τις ΗΠΑ για «εξαναγκασμό με στόχο την υπονόμευση της ευρωπαϊκής ψηφιακής κυριαρχίας».
Ο Μακρόν γνωστοποίησε ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Τιερί Μπρετόν, τον οποίο ο ίδιος είχε ορίσει ως εκπρόσωπο της Γαλλίας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σύμφωνα με τον Γάλλο πρόεδρο, η Ευρώπη οφείλει να επιδιώξει «στρατηγική αυτονομία» και στον τομέα της ψηφιακής οικονομίας, σε μια εποχή όπου οι υβριδικές απειλές —συμπεριλαμβανομένης της εργαλειοποίησης του διαδικτύου— τείνουν να αποτελέσουν καθημερινό φαινόμενο.
«Θα σταθούμε σταθερά απέναντι στις πιέσεις και θα προστατεύσουμε τους Ευρωπαίους πολίτες», ανέφερε σε ανάρτησή του στο X. Ο ίδιος ο Μπρετόν χαρακτήρισε τις αμερικανικές ενέργειες «κυνήγι μαγισσών».
Αντίδραση και από το Βερολίνο
Αντιδράσεις καταγράφηκαν και από τη Γερμανία. Ο υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ χαρακτήρισε την απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης «απαράδεκτη», τονίζοντας ότι η DSA «υιοθετήθηκε δημοκρατικά από την Ευρωπαϊκή Ένωση για την Ευρωπαϊκή Ένωση» και ότι διασφαλίζει πως «ό,τι είναι παράνομο εκτός διαδικτύου παραμένει παράνομο και εντός αυτού».
Μεταξύ των οργανώσεων που βρέθηκαν στο στόχαστρο των αμερικανικών κυρώσεων συγκαταλέγεται και η HateAid, η οποία παρέχει ψυχολογική και νομική υποστήριξη σε άτομα που υφίστανται διακρίσεις, απειλές ή επιθέσεις στον ψηφιακό χώρο. Οι επικεφαλής της, Τζοζεφίν Μπάλον και Άννα-Λένα φον Χόντενμπεργκ, περιλαμβάνονται στα πρόσωπα στα οποία απαγορεύτηκε η είσοδος στις ΗΠΑ. Την αλληλεγγύη της προς αυτές εξέφρασε δημόσια και η υπουργός Δικαιοσύνης της Γερμανίας, Στεφανί Χούμπιγκ.







Μ.Η.Τ. 242183