Ο πόλεμος μεταξύ Ισραήλ, ΗΠΑ και Ιράν προκάλεσε σοβαρούς τριγμούς στις ενεργειακές αγορές και αναζωπύρωσε τους φόβους για τον πληθωρισμό, χωρίς ωστόσο να οδηγήσει τους επενδυτές στις παραδοσιακές επιλογές ασφαλείας.
Τραμπ για Ιράν: Υποσχέθηκε «τελική απόφαση» αλλά κράτησε κλειστά τα χαρτιά του
Αντίθετα, οι διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές βρέθηκαν σε τροχιά ανόδου, ενώ ο χρυσός και τα κρατικά ομόλογα κατέγραψαν απώλειες, συνθέτοντας ένα ασυνήθιστο επενδυτικό σκηνικό. Αντίθετα, ο χρυσός, που παραδοσιακά θεωρείται ασφαλές επενδυτικό καταφύγιο σε περιόδους αναταραχής, κινήθηκε χαμηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα. Απώλειες σημειώθηκαν και στην αγορά ομολόγων, καθώς οι αποδόσεις αυξήθηκαν και οι τιμές τους, οι οποίες κινούνται αντίστροφα, υποχώρησαν. Η εξέλιξη αυτή δεν προκάλεσε έκπληξη, καθώς οι επενδυτές επιχείρησαν να προστατευθούν από την άνοδο του πληθωρισμού και την αυξημένη αβεβαιότητα.
Η ανθεκτικότητα των χρηματιστηρίων προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να επισημαίνει στην τελευταία έκθεσή της για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ότι οι αγορές φαίνεται να υποτιμούν τους γεωπολιτικούς, δημοσιονομικούς και μακροοικονομικούς κινδύνους.
Τον τόνο έδωσαν, όπως συμβαίνει συνήθως, οι αμερικανικές αγορές. Ο δείκτης S&P 500, ο μεγαλύτερος παγκοσμίως σε κεφαλαιοποίηση, υποχώρησε σε χαμηλό έτους στις 30 Μαρτίου, για να ακολουθήσει ισχυρό ράλι που τον οδήγησε σε νέο ιστορικό υψηλό των 7.520 μονάδων την περασμένη Τετάρτη. Σε σχέση με τα τέλη Φεβρουαρίου, η άνοδός του ξεπέρασε το 9%, ενώ από τις αρχές του έτους πλησίασε το 10%.
Ανάλογη ήταν η εικόνα και στην Ευρώπη. Ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 ενισχύθηκε κατά 9,5% σε σχέση με την έναρξη του πολέμου και κατά 6,1% από την αρχή του 2026. Στην Αθήνα, ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου κατέγραψε άνοδο 4,1% στο ίδιο διάστημα και 11,8% από τις αρχές του έτους, ακολουθώντας τη διεθνή τάση.
Η Morgan Stanley αποδίδει την ανοδική πορεία των μετοχών, παρά τη γεωπολιτική αστάθεια, στη ραγδαία εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης (AI) και στις τεράστιες επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, οι επενδύσεις των πέντε μεγαλύτερων αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών αναμένεται να φθάσουν τα 800 δισ. δολάρια το 2026 και τα 1,16 τρισ. δολάρια το 2027, ποσά υπερδιπλάσια των προηγούμενων προβλέψεων.
Οι μαζικές αυτές επενδύσεις έχουν εκτοξεύσει τη ζήτηση για τσιπ μνήμης, σε μια περίοδο κατά την οποία η προσφορά παραμένει περιορισμένη. Οι τιμές τους διπλασιάστηκαν στο πρώτο τρίμηνο του 2026 και συνέχισαν να αυξάνονται σημαντικά και το δεύτερο, οδηγώντας σε εκρηκτική άνοδο τις μετοχές των κατασκευαστών τους. Η μετοχή της Samsung ενισχύθηκε κατά 488% το τελευταίο δωδεκάμηνο, της SK Hynix κατά 1.028% και της Micron Technology κατά 859%. Η χρηματιστηριακή αξία και των τριών εταιρειών ξεπέρασε το 1 τρισ. δολάρια τον Μάιο, ακολουθώντας τα βήματα της TSMC και της Nvidia, που είχαν ήδη πετύχει το ίδιο ορόσημο.
Πέρα από την τεχνητή νοημοσύνη, οι αγορές ενισχύθηκαν και από τα καλύτερα των αναμενομένων εταιρικά αποτελέσματα. Οι εισηγμένες του S&P 500 ανακοίνωσαν στο πρώτο τρίμηνο κέρδη κατά 6% υψηλότερα από τις προβλέψεις των αναλυτών, γεγονός που οδήγησε σε αναθεώρηση προς τα πάνω των εκτιμήσεων για τη μελλοντική τους κερδοφορία.
Παρά τη γενικευμένη βελτίωση των αποτελεσμάτων, το μεγαλύτερο μέρος του χρηματιστηριακού ράλι επικεντρώθηκε σε περιορισμένο αριθμό εταιρειών και κλάδων, κυρίως εκείνων που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά και στις ενεργειακές επιχειρήσεις που επωφελήθηκαν από την άνοδο των τιμών ενέργειας λόγω του πολέμου.
Στην αγορά ομολόγων, η αύξηση των αποδόσεων αποδίδεται κυρίως στην άνοδο του πληθωρισμού και στην αναθεώρηση των προσδοκιών για τη νομισματική πολιτική, καθώς οι επενδυτές θεωρούν πλέον πιθανότερη μια σταδιακή αύξηση των βασικών επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες. Η απόδοση του 10ετούς γερμανικού ομολόγου αυξήθηκε από το 2,65% στα τέλη Φεβρουαρίου στο 3,18% στις 18 Μαΐου, πριν υποχωρήσει στο 2,96% την περασμένη Πέμπτη, όταν άρχισε να διαφαίνεται η προοπτική συμφωνίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν για τον τερματισμό των εχθροπραξιών.
Στην άνοδο των αποδόσεων συνέβαλαν επίσης οι ανησυχίες για τη διεύρυνση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, καθώς οι κυβερνήσεις υιοθετούν μέτρα στήριξης απέναντι στην ενεργειακή κρίση, αλλά και οι αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη μέσω εκδόσεων ομολόγων.
Ο χρυσός, τέλος, παρέμεινε σε όλη τη διάρκεια του πολέμου κάτω από το ιστορικό υψηλό των 5.426 δολαρίων ανά ουγκιά που είχε καταγράψει τον Ιανουάριο του 2026. Από τα 5.263 δολάρια στις 27 Φεβρουαρίου υποχώρησε έως τα 4.361 δολάρια στις 26 Μαρτίου, ενώ στη συνέχεια κινήθηκε κυρίως κάτω από τα 4.500 δολάρια. Την περασμένη Πέμπτη η τιμή του ήταν κατά 17,5% χαμηλότερη σε σχέση με την έναρξη του πολέμου.
Η απομάκρυνση του ενδεχομένου μείωσης των επιτοκίων από τη Fed, σε συνδυασμό με τη θεαματική άνοδο που είχε ήδη καταγράψει ο χρυσός τα δύο προηγούμενα χρόνια, εξηγούν γιατί το πολύτιμο μέταλλο δεν λειτούργησε αυτή τη φορά ως το παραδοσιακό επενδυτικό καταφύγιο σε περιόδους κρίσης.







Μ.Η.Τ. 242183