Η Ευρώπη επενδύει στο μέλλον της, αλλά η διαδρομή δεν είναι χωρίς εμπόδια. Το Ταμείο Ανάκαμψης, που δημιουργήθηκε για να σώσει τις οικονομίες μετά την πανδημία, έχει αφήσει πίσω του υποδομές αιχμής, ομάδες ικανές στη διαχείριση τεχνητής νοημοσύνης και επενδύσεις σε βιώσιμους τομείς.
Ταμείο Ανάκαμψης: ΤτΕ προειδοποιεί για «μποτιλιάρισμα» πληρωμών Τι φοβάται για το τελικό «σπριντ»
Παράλληλα, όμως, οι γραφειοκρατικές καθυστερήσεις, η έλλειψη δεξιοτήτων και οι πολιτικές αναπροσαρμογές έχουν περιορίσει την πλήρη αξιοποίησή του, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα: πόσο έχει αλλάξει πραγματικά η ευρωπαϊκή οικονομία;
Σε ελαιώνες και αμπελώνες κατά μήκος της Ισπανίας, αισθητήρες και drones συγκεντρώνουν στοιχεία για το έδαφος και τροφοδοτούν μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης (AI) για τη βέλτιστη διαχείριση των σοδειών. Αυτά εξασφαλίστηκαν μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, που όταν συστάθηκε πριν από έξι χρόνια είχε ακριβώς αυτόν τον στόχο: την απανθρακοποίηση και την ψηφιοποίηση κρίσιμων τομέων της οικονομίας.
Ωστόσο, λόγω έλλειψης δεξιοτήτων, υψηλής γραφειοκρατίας και αβέβαιου μακροπρόθεσμου δανεισμού, το εμβληματικό πακέτο στήριξης αντιμετώπισε προκλήσεις, που ανέκαθεν καθυστερούσαν τις προσπάθειες μεταρρύθμισης στην Ευρώπη. «Τα κονδύλια μάς άφησαν υποδομές δεδομένων, κοινή διακυβέρνηση και ομάδες ικανές να διαχειριστούν AI σε μεγάλη κλίμακα. Αυτό που δεν μας άφησαν είναι ένα βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο», δήλωσε στο Reuters ο Juan Francisco Delgado, συντονιστής του γεωργικού προγράμματος.
Το Ταμείο Ανάκαμψης, που πλέον πλησιάζει στις τελικές προθεσμίες αποπληρωμής, συστάθηκε κατά την πανδημία, ύστερα από την πρωτοφανή πτώση της οικονομικής δραστηριότητας, με έναν φιλόδοξο στόχο: τη διάσωση της οικονομίας του μπλοκ μέσω μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που θα έδιναν ώθηση στην ψηφιοποίηση και τη βιωσιμότητα. Η ανάγκη για συνετές επενδυτικές αποφάσεις έγινε ακόμη πιο επιτακτική λόγω της ανταγωνιστικής πίεσης από την Κίνα και της αυξανόμενης αβεβαιότητας στις σχέσεις με τις ΗΠΑ. Το 2021 διατέθηκαν τουλάχιστον 700 δισ. ευρώ σε δάνεια και επιχορηγήσεις, που αργότερα περιορίστηκαν στα 577 δισ. ευρώ, καθώς ορισμένες χώρες αρνήθηκαν να αξιοποιήσουν πλήρως τα δάνεια.
Μισή δεκαετία αργότερα, 182 δισ. ευρώ παραμένουν αναξιοποίητα, ενώ παρά την επίσημη θέση της Κομισιόν για επίτευξη των στόχων του Ταμείου, αξιωματούχοι, επιχειρηματίες και άλλοι δηλώνουν ότι το αποτέλεσμα αποκλίνει. Σε γενικές γραμμές, όλοι συμφωνούν ότι το Ταμείο απορρόφησε το πλήγμα της πανδημίας και έσπασε το ταμπού του κοινού δανεισμού, που έκτοτε απέκτησε μόνιμη θέση ανάμεσα στα ευρωπαϊκά εργαλεία. Επιπλέον, οι προϋποθέσεις για την εκταμίευση των κονδυλίων ενδέχεται να δώσουν μακροπρόθεσμη ώθηση στην παραγωγικότητα και την ανάπτυξη.
Ωστόσο, η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και των επενδύσεων χρειάστηκε περισσότερο χρόνο από το αναμενόμενο, επιδεινώνοντας τις προοπτικές για ταχεία ανάπτυξη.
O Marco Leonardi, καθηγητής οικονομικών και στέλεχος στις δύο ιταλικές κυβερνήσεις πριν από αυτήν της Giorgia Meloni, εξηγεί ότι οι έξι αναθεωρήσεις της Ιταλίας για το πρόγραμμα των 194 δισ. δολαρίων αιτιολογούν τις καθυστερήσεις στις δαπάνες. «Η αναθεώρηση του 2023 ήταν καταστροφική. Η Meloni αφαίρεσε δισεκατομμύρια από τις τοπικές αρχές για να χρηματοδοτήσει φοροελαφρύνσεις 6 δισ. ευρώ προς εταιρείες που επενδύουν σε εξοπλισμό εξοικονόμησης ενέργειας, οι οποίες δυσκολεύτηκαν να τις αιτηθούν λόγω της δυσκίνητης γραφειοκρατίας», σημείωσε. Λόγω αυτών των καθυστερήσεων, η Ιταλία μείωσε τους στόχους της για το Ταμείο Ανάκαμψης.
Στην Ισπανία, αν και πάνω από το 40% των κονδυλίων κατέληξε σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, οι χρονοβόρες και σύνθετες διαδικασίες αποθάρρυναν πολλούς επιχειρηματίες από το να υποβάλουν αιτήσεις, ανέφερε ο Juan Manuel Martinez, επικεφαλής της ισπανικής ένωσης μεταφορών AET.
Παράταση
Οι χώρες που δικαιούνται τα χρήματα πρέπει να εφαρμόσουν τις απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις έως τις 31 Αυγούστου και να υποβάλουν τα τελευταία αιτήματα εκταμίευσης έως τις 30 Σεπτεμβρίου.
Η Ισπανία ανακοίνωσε πρόσφατα ότι δεν μπορεί να εκπληρώσει εγκαίρως ορισμένες προϋποθέσεις και ανακάλεσε κονδύλια ύψους 60 δισ. ευρώ. Παράλληλα, λόγω της βελτιωμένης εικόνας της χώρας στις κεφαλαιαγορές, δεν έχει πλέον μεγάλο κίνητρο να δανειστεί μέσω της Ε.Ε. Στην Ιταλία, η οποία μέχρι τον Δεκέμβριο είχε ξοδέψει 110 δισ. ευρώ, αξιωματούχοι και οικονομολόγοι ανησυχούν ότι όταν στερέψουν τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης, οι κρατικές δαπάνες θα επηρεαστούν σημαντικά.
Σημειώνεται ότι η Ισπανία έλαβε έγκριση για αξιοποίηση 10,5 δισ. ευρώ από τα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης ως κεφάλαιο για περαιτέρω 60 δισ. σε κρατική χρηματοδότηση, με την ελπίδα ότι θα κινητοποιήσει δισεκατομμύρια σε ιδιωτικές επενδύσεις. Με αυτή την κίνηση, ουσιαστικά παρατάθηκε το χρονοδιάγραμμα των δαπανών. Η Ιταλία έχει επίσης έγκριση της Ε.Ε. να ξοδέψει 23,5 δισ. ευρώ πέραν του 2026.
Ο Carsten Brzeski, οικονομολόγος στην ING, συμφωνεί με αυτές τις παρατάσεις: «Ένας εύκολος τρόπος να διασφαλιστεί ότι τα χρήματα θα φτάσουν στην οικονομία είναι να παραταθούν τα προγράμματα κατά 1-2 χρόνια. Γιατί να μην επιτραπεί στις χώρες να παρεκκλίνουν από τους δημοσιονομικούς κανόνες, εφόσον εφαρμόζουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που μακροπρόθεσμα ανακουφίζουν τη δημοσιονομική κατάσταση;», τόνισε.







Μ.Η.Τ. 242183