Η Ελλάδα βρίσκεται μια «ανάσα» από την πλήρη αξιοποίηση των 36 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης. Οι τελευταίες κρίσιμες προθεσμίες
Η Ελλάδα βρίσκεται ένα βήμα πριν από την πλήρη αξιοποίηση των 36 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, πετυχαίνοντας έναν από τους πιο φιλόδοξους χρηματοδοτικούς στόχους που έχει θέσει ποτέ η χώρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ωστόσο, καθώς το πρόγραμμα «Ελλάδα 2.0» εισέρχεται στην τελική ευθεία, η πρόκληση μετατοπίζεται από την εξασφάλιση των κονδυλίων στην πραγματική οικονομία και στην ολοκλήρωση των έργων που χρηματοδοτούνται από αυτά.
Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών εμφανίζεται βέβαιο ότι η χώρα θα πετύχει την πλήρη απορρόφηση των πόρων, με τον αναπληρωτή υπουργό Νίκο Παπαθανάση να διαμηνύει ότι η Ελλάδα φιλοδοξεί να αποτελέσει ευρωπαϊκό παράδειγμα, χωρίς να χαθεί ούτε ένα ευρώ από το πρόγραμμα.
Τα στοιχεία δείχνουν ότι μέχρι σήμερα η χώρα έχει εισπράξει 24,65 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, εκ των οποίων 11,94 δισ. ευρώ αφορούν επιδοτήσεις και 12,71 δισ. ευρώ δάνεια. Αυτό σημαίνει ότι απομένουν ακόμη περίπου 11,3 δισ. ευρώ για να ολοκληρωθεί ο κύκλος χρηματοδότησης έως το τέλος του προγράμματος.
Παρά την πρόοδο στα ορόσημα και τις μεταρρυθμίσεις, οι καθυστερήσεις στις πραγματικές δαπάνες και στις τελικές πληρωμές έργων εξακολουθούν να προβληματίζουν. Από τις επιδοτήσεις που έχουν εγκριθεί, περίπου 10 δισ. ευρώ έχουν ήδη διοχετευθεί στην αγορά, όμως το επόμενο διάστημα θα πρέπει να κινητοποιηθούν επιπλέον 8,2 δισ. ευρώ, γεγονός που αυξάνει την πίεση προς τα συναρμόδια υπουργεία και τους φορείς υλοποίησης.
Το «θαύμα» των δανείων και η έκρηξη επενδυτικού ενδιαφέροντος
Εκεί όπου πριν από λίγους μήνες υπήρχαν οι μεγαλύτερες ανησυχίες, σήμερα καταγράφεται η μεγαλύτερη επιτυχία του ελληνικού προγράμματος. Το δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης, το οποίο αρχικά εμφάνιζε σημαντικές καθυστερήσεις στη συμβασιοποίηση, εξελίχθηκε τελικά σε βασικό μοχλό χρηματοδότησης της ιδιωτικής οικονομίας.
Η κυβέρνηση, αντιλαμβανόμενη από τα τέλη του 2025 ότι ο διαθέσιμος χρόνος δεν επαρκούσε για την πλήρη αξιοποίηση των 17,8 δισ. ευρώ του δανειακού πακέτου, προχώρησε σε στρατηγική αναθεώρηση. Μέρος των πόρων, ύψους 2 δισ. ευρώ, μεταφέρθηκε στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα με στόχο τη χρηματοδότηση μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, ενώ το ύψος των δανείων για ιδιωτικές επενδύσεις προσαρμόστηκε στα 13,5 δισ. ευρώ.
Η συγκυρία λειτούργησε ευνοϊκά. Η άνοδος των επιτοκίων στην Ευρωζώνη και οι προσδοκίες για αυστηρότερη νομισματική πολιτική οδήγησαν χιλιάδες επιχειρήσεις και επενδυτές να στραφούν στα εξαιρετικά χαμηλότοκα δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης, τα οποία προσφέρονταν με επιτόκιο μόλις 0,35%.
Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό. Μέχρι το τέλος Απριλίου οι συμβάσεις δανείων είχαν φτάσει τα 13,5 δισ. ευρώ, καλύπτοντας ουσιαστικά το σύνολο του διαθέσιμου προϋπολογισμού. Πολλοί επενδυτές που καθυστέρησαν να κινηθούν βρέθηκαν εκτός χρηματοδότησης, ενώ όσοι πρόλαβαν να υπογράψουν συμβάσεις θα έχουν τη δυνατότητα να εκταμιεύσουν τα κεφάλαια έως και το τέλος του 2029.
Την ίδια στιγμή, η Αθήνα συνεχίζει κανονικά τη διαδικασία διεκδίκησης των επόμενων δόσεων από τις Βρυξέλλες. Πρόσφατα κατατέθηκε το όγδοο αίτημα πληρωμής για επιδοτήσεις ύψους 1,4 δισ. ευρώ, που συνδέεται με την ολοκλήρωση 32 νέων οροσήμων, ενώ υποβλήθηκε και το έβδομο αίτημα για το δανειακό σκέλος, ύψους 1,2 δισ. ευρώ.
Οι 100 τελευταίες ημέρες και το μεγάλο στοίχημα της επόμενης ημέρας
Η πραγματική πίεση αρχίζει τώρα. Το πρόγραμμα «Ελλάδα 2.0» εισέρχεται στην πιο κρίσιμη περίοδο της ζωής του, καθώς μέχρι το τέλος του καλοκαιριού θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί όχι μόνο οι διοικητικές διαδικασίες αλλά και η φυσική υλοποίηση των έργων.
Οι επενδύσεις που χρηματοδοτήθηκαν από το Ταμείο Ανάκαμψης θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί και αποπληρωθεί εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, ενώ παράλληλα θα πραγματοποιηθούν εκτεταμένοι έλεγχοι από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες και ευρωπαϊκούς μηχανισμούς, οι οποίοι θα αξιολογήσουν την ορθή χρήση των πόρων και την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.
Το τελευταίο μεγάλο αίτημα πληρωμής της Ελλάδας, ύψους 5,4 δισ. ευρώ, αναμένεται να κατατεθεί τον Σεπτέμβριο, σηματοδοτώντας ουσιαστικά την ολοκλήρωση του μεγαλύτερου επενδυτικού προγράμματος που υλοποιήθηκε ποτέ στη χώρα με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση.
Ωστόσο, η συζήτηση έχει ήδη μεταφερθεί στην επόμενη ημέρα. Η σταδιακή ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης δημιουργεί ένα χρηματοδοτικό κενό που εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει τα 3,5 δισ. ευρώ ετησίως για την ελληνική οικονομία. Πρόκειται για ένα ποσό που τα τελευταία χρόνια λειτούργησε ως βασικός πυλώνας ανάπτυξης, επενδύσεων και αύξησης του ΑΕΠ.
Για τον λόγο αυτό η κυβέρνηση έχει ήδη ξεκινήσει τον σχεδιασμό της μετα-ΤΑΑ εποχής. Το νέο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030, το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το επόμενο ΕΣΠΑ 2028-2034 και η ενισχυμένη συμμετοχή της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας συνθέτουν το νέο χρηματοδοτικό μοντέλο που θα επιχειρήσει να καλύψει το επενδυτικό κενό.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, η οποία έχει εξελιχθεί σε βασικό εργαλείο χρηματοδότησης των μικρών επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, κάθε 1 ευρώ που χορηγείται μέσω της ΕΑΤ δημιουργεί μέσω μόχλευσης 3,58 ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ και 2,10 ευρώ επιπλέον εισοδήματος για τους εργαζόμενους.
Διαβάστε επίοης: «Καμπανάκι» UniCredit για το Ταμείο Ανάκαμψης: Η Ελλάδα έχει απορροφήσει μόλις το 40% των πόρων







Μ.Η.Τ. 242183