Οι χώρες της περιοχής ενίσχυσαν την ενεργειακή ασφάλεια μετά το 2022, περιορίζοντας την ευαλωτότητα τους σε νέες γεωπολιτικές εντάσεις και αυξήσεις τιμών.
Η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη εμφανίζεται πλέον πιο ανθεκτική σε ενδεχόμενες κρίσεις ενεργειακού εφοδιασμού, μετά τις συντονισμένες προσπάθειες απεξάρτησης από τη Ρωσία που ξεκίνησαν με την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία το 2022, σύμφωνα με εκτιμήσεις της S&P Global.
Η περιοχή της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης έχει ενισχύσει σημαντικά την ενεργειακή της ανθεκτικότητα τα τελευταία χρόνια, μειώνοντας την εξάρτηση από τις ρωσικές προμήθειες και δημιουργώντας νέα δίκτυα εφοδιασμού, γεγονός που λειτουργεί ως «ασπίδα» απέναντι στις αναταράξεις που προκαλούν οι διεθνείς συγκρούσεις στις αγορές ενέργειας.
Όπως σημείωσε ο Ravi Bhatia, διευθυντής αξιολόγησης κρατών για την περιοχή EMEA στη S&P Global, η περιοχή είχε δεχθεί ισχυρό πλήγμα όταν ξέσπασε ο Ρωσοουκρανικός Πόλεμος, καθώς τότε εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές φυσικού αερίου και πετρελαίου από τη Ρωσία.
Ωστόσο, μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα οι κυβερνήσεις της περιοχής αναγκάστηκαν να κινηθούν ταχύτατα για την εξεύρεση εναλλακτικών πηγών ενέργειας. Η στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές, η ενίσχυση των ενεργειακών διασυνδέσεων και η πρόσβαση στην παγκόσμια αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) βελτίωσαν σημαντικά την ανθεκτικότητα των οικονομιών της περιοχής απέναντι σε διαταραχές στην πλευρά της προσφοράς.
Αναταράξεις στις αγορές λόγω Μέσης Ανατολής
Παρά την πρόοδο, οι χρηματοπιστωτικές αγορές της περιοχής εξακολουθούν να επηρεάζονται από διεθνείς γεωπολιτικές εντάσεις. Η πρόσφατη κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή – με σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένες Πολιτείες, του Ισραήλ και του Ιράν – οδήγησε σε άνοδο των τιμών ενέργειας, πιέζοντας τα νομίσματα της Κεντρικής Ευρώπης και αυξάνοντας τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων.
Ωστόσο, οι αγορές κατέγραψαν πρόσφατα ράλι ανακούφισης, καθώς ενισχύθηκαν οι προσδοκίες για αποκλιμάκωση της έντασης.
Η Πολωνία στην πρώτη γραμμή της ενεργειακής απεξάρτησης
Η Πολωνία, η μεγαλύτερη οικονομία της περιοχής, θεωρείται πρωτοπόρος στη στρατηγική απεξάρτησης από τις ρωσικές ενεργειακές προμήθειες. Η χώρα εγκαινίασε τον πρώτο της τερματικό σταθμό LNG το 2015 και τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει ένα εκτεταμένο δίκτυο αγωγών με γειτονικά κράτη.
Χάρη στη γεωγραφική της θέση στη Βαλτική, η Πολωνία έχει καταφέρει να εξασφαλίσει ενεργειακή αυτονομία από το ρωσικό πετρέλαιο, ενώ παράλληλα τροφοδοτεί δύο γερμανικά διυλιστήρια μέσω του τερματικού σταθμού εισαγωγής πετρελαίου στο λιμάνι του Γκντανσκ.
Παράλληλα, η χώρα προχωρά σε σημαντικές επενδύσεις στην ενεργειακή μετάβαση, με την κατασκευή περίπου 6 γιγαβάτ υπεράκτιας αιολικής ισχύος στη Βαλτική Θάλασσα καθώς και την ανάπτυξη ενός νέου πυρηνικού σταθμού ηλεκτροπαραγωγής στις ακτές της.
Διαφοροποίηση προμηθειών σε Τσεχία και Ουγγαρία
Η Τσεχική Δημοκρατία έχει επίσης διαφοροποιήσει τις πηγές προμήθειας φυσικού αερίου, στρεφόμενη σε εισαγωγές από τη Νορβηγία και LNG, το οποίο λαμβάνει κυρίως μέσω τερματικού σταθμού στην Ολλανδία.
Το 2025 η Πράγα ολοκλήρωσε την απεξάρτηση από το ρωσικό πετρέλαιο, μετά τις αναβαθμίσεις στον αγωγό Transalpine Pipeline (TAL), οι οποίες αύξησαν τη μεταφορική του ικανότητα ώστε να καλύπτει πλήρως τις ετήσιες ανάγκες της χώρας.
Αντίθετα, η Ουγγαρία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη Ρωσία, καθώς περίπου το 75% του φυσικού αερίου που καταναλώνει προέρχεται από ρωσικές προμήθειες, ενώ σχεδόν το σύνολο των αναγκών της σε πετρέλαιο καλύπτεται επίσης από τη Μόσχα.
Η ισχυρή αυτή εξάρτηση από φθηνή ρωσική ενέργεια καθιστά την ουγγρική οικονομία πιο ευάλωτη σε γεωπολιτικούς κραδασμούς, γεγονός που αποτυπώθηκε και στις πρόσφατες πιέσεις που δέχθηκαν οι αγορές συναλλάγματος και ομολόγων της χώρας.







Μ.Η.Τ. 242183