Επιτόκια: Υποχωρεί το περιθώριο, αλλά η απόσταση από την Ευρώπη παραμένει. Πώς επηρεάζονται καταθέσεις, δάνεια και κερδοφορία
Σε φάση σταδιακής αποκλιμάκωσης εισέρχεται το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο των ελληνικών τραπεζών, χωρίς ωστόσο να ανατρέπεται η συνολική εικόνα υψηλής κερδοφορίας που χαρακτήρισε το 2025.
Τα στοιχεία του SSM δείχνουν ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες περιόρισαν το net interest margin στο 2,69% το τέταρτο τρίμηνο του 2025, από 3,04% ένα χρόνο νωρίτερα. Πρόκειται για μια υποχώρηση που τις φέρνει πιο κοντά στα επίπεδα των χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, όπως η Πορτογαλία και η Ισπανία, χωρίς όμως να γεφυρώνει την απόσταση από τον πυρήνα της Ευρωζώνης.
Η εικόνα παραμένει ενδεικτική: οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να λειτουργούν με επιτοκιακά περιθώρια υπερδιπλάσια από εκείνα τραπεζών σε αγορές όπως η Γαλλία και η Γερμανία, όπου τα αντίστοιχα επίπεδα κινούνται κοντά ή ακόμη και κάτω από το 1%.
Το «μυστικό» πίσω από τα υψηλά περιθώρια
Η διαφορά δεν εξηγείται τόσο από τα επιτόκια χορηγήσεων, τα οποία έχουν σε μεγάλο βαθμό συγκλίνει με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, όσο από την πλευρά των καταθέσεων.
Στην Ελλάδα, οι αποδόσεις των προθεσμιακών καταθέσεων παραμένουν αισθητά χαμηλότερες σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωζώνης. Στο τέλος του 2025, τα επιτόκια καταθέσεων για τα νοικοκυριά διαμορφώθηκαν περίπου στο 1,09%, όταν σε χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία ξεπερνούσαν το 2%.
Αυτή η απόκλιση διατηρεί το επιτοκιακό περιθώριο σε υψηλά επίπεδα, επιτρέποντας στις τράπεζες να αντλούν σημαντικά έσοδα από τη διαφορά μεταξύ κόστους χρήματος και απόδοσης δανείων.
Ανταγωνισμός στα δάνεια και πίεση στα spreads
Η μείωση του περιθωρίου το 2025 συνδέεται άμεσα με την ενίσχυση του ανταγωνισμού στη χορήγηση δανείων, κυρίως προς τις επιχειρήσεις. Τα spreads υποχώρησαν κάτω από τις 230 μονάδες βάσης, σηματοδοτώντας μια πιο επιθετική πολιτική χρηματοδότησης.
Η εξέλιξη αυτή λειτούργησε ως βασικός μοχλός για την αύξηση του δανειακού χαρτοφυλακίου, το οποίο ενισχύθηκε κατά σχεδόν 10%, φτάνοντας τα 162,3 δισ. ευρώ σε εξυπηρετούμενα δάνεια.
Η πιστωτική επέκταση παραμένει η «ατμομηχανή» του τραπεζικού συστήματος, σε μια περίοδο όπου η ζήτηση για επιχειρηματική χρηματοδότηση συνδέεται άμεσα με επενδύσεις και αξιοποίηση ευρωπαϊκών πόρων.
Νέα πηγή εσόδων: Προμήθειες και διαχείριση κεφαλαίων
Παράλληλα, οι τράπεζες ενισχύουν τη διαφοροποίηση των εσόδων τους, αυξάνοντας τη συμμετοχή των προμηθειών. Το 2025, τα έσοδα από προμήθειες κατέγραψαν άνοδο 10%, φτάνοντας τα 2,2 δισ. ευρώ.
Η διείσδυση σε προϊόντα διαχείρισης περιουσίας και επενδυτικές υπηρεσίες ενισχύει τη συμβολή των μη επιτοκιακών εσόδων, τα οποία πλέον αντιστοιχούν σχεδόν στο 20% των συνολικών οργανικών εσόδων.
Παρά την πρόοδο, το ποσοστό αυτό εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, όπου σε χώρες όπως η Γαλλία και η Γερμανία ξεπερνά το 30%.
Υψηλή αποδοτικότητα και ισχυρή κεφαλαιακή βάση
Οι ελληνικές τράπεζες συνεχίζουν να εμφανίζουν ισχυρούς δείκτες αποδοτικότητας. Ο δείκτης κόστους προς έσοδα διαμορφώθηκε κοντά στο 37%, από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη, αποτυπώνοντας αποτελεσματική λειτουργία και έλεγχο δαπανών.
Παράλληλα, η απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) κινήθηκε σχεδόν στο 12%, σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική κερδοφορίας του κλάδου.
Ωστόσο, σε επίπεδο κεφαλαιακής επάρκειας, καταγράφεται ελαφρά υποχώρηση, κυρίως λόγω υψηλότερων μερισμάτων και εξαγορών που πραγματοποίησαν οι συστημικές τράπεζες, με εξαίρεση την Εθνική.
Μια αγορά που προσαρμόζεται
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή ενός τραπεζικού συστήματος που προσαρμόζεται σε ένα περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού και μεταβαλλόμενων επιτοκίων.
Η μείωση του επιτοκιακού περιθωρίου αποτελεί ένδειξη εξομάλυνσης, χωρίς όμως να αναιρεί το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να λειτουργούν με υψηλότερα περιθώρια σε σχέση με τον ευρωπαϊκό πυρήνα.
Για καταθέτες και δανειολήπτες, το βασικό ερώτημα παραμένει αν η σύγκλιση αυτή θα συνεχιστεί και κυρίως αν θα μεταφραστεί σε ουσιαστική βελτίωση των αποδόσεων καταθέσεων ή σε χαμηλότερο κόστος δανεισμού.
Το 2026 αναμένεται να αποτελέσει χρονιά κρίσιμων ισορροπιών, καθώς η πορεία των επιτοκίων και ο ανταγωνισμός μεταξύ των τραπεζών θα καθορίσουν την επόμενη φάση της αγοράς.
Διαβάστε επίσης; Οι ελληνικές τράπεζες στις πιο κερδοφόρες της Ευρώπης – Τι βλέπει η Scope για το 2026







Μ.Η.Τ. 242183