Οι εκτιμήσεις για την πορεία των επιτοκίων εντός του έτους συγκλίνουν στο ενδεχόμενο δύο διαδοχικών αυξήσεων, της τάξης του 0,25% η καθεμία —η πρώτη έως τον Ιούνιο και η δεύτερη έως τον Οκτώβριο.
Μια τέτοια εξέλιξη αναμένεται να επιβαρύνει, έστω και οριακά, τους δανειολήπτες με κυμαινόμενα επιτόκια, κυρίως σε στεγαστικά και επιχειρηματικά δάνεια, ενώ μικρότερη θα είναι η επίδραση στα καταναλωτικά.
Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, στα καταναλωτικά δάνεια μικρού ύψους —περίπου 1.500 έως 2.000 ευρώ με διάρκεια έως 18 μήνες— δεν αποκλείεται ορισμένα πιστωτικά ιδρύματα να μην προχωρήσουν καν σε αναπροσαρμογές, λόγω της περιορισμένης επίπτωσης στα ποσά αποπληρωμής.
Από την πλευρά των καταθέσεων, η άνοδος των επιτοκίων θα μπορούσε να λειτουργήσει θετικά για τους αποταμιευτές, ωστόσο η εμπειρία της περιόδου 2022-2023 δείχνει ότι οι αποδόσεις αυξάνονται με καθυστέρηση και σε μικρότερο βαθμό σε σχέση με τις μεταβολές που καταγράφονται στα βασικά επιτόκια. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται διεθνώς, αν και στην Ελλάδα η ανταπόκριση των τραπεζών υπήρξε χαμηλότερη σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ήδη, τα κυμαινόμενα επιτόκια στα νέα δάνεια εμφανίζουν ήπιες ανοδικές τάσεις, καθώς το Euribor —που αποτελεί τη βάση τιμολόγησης— κινείται περίπου στο 2,13%. Αντίθετα, στις καταθέσεις οι προσαρμογές εκτιμάται ότι θα αργήσουν περισσότερο, ιδίως αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σηματοδοτήσει μια ταχεία αλλά βραχυπρόθεσμη ανοδική πορεία επιτοκίων. Καθοριστικός παράγοντας για τις εξελίξεις παραμένει η ένταση και η διάρκεια της ενεργειακής κρίσης.
Κατά τον προηγούμενο κύκλο αύξησης επιτοκίων, οι αποδόσεις των προθεσμιακών καταθέσεων στην Ελλάδα υπολείπονταν αισθητά των ευρωπαϊκών. Συγκεκριμένα, για τα νοικοκυριά η διαφορά έφτανε το 1% έως 1,10%, ενώ για τις επιχειρήσεις κυμαινόταν μεταξύ 0,40% και 0,70%. Σε όρους μετακύλισης, τα νοικοκυριά αποκόμισαν περίπου το 35%-40% της συνολικής αύξησης, έναντι υψηλότερων ποσοστών στις επιχειρήσεις.
Σε ό,τι αφορά τα δάνεια, μια συνολική άνοδος των επιτοκίων κατά 0,50% μεταφράζεται σε περιορισμένη αύξηση των μηνιαίων δόσεων για νέα στεγαστικά με κυμαινόμενο επιτόκιο. Ενδεικτικά, η επιβάρυνση κυμαίνεται από περίπου 24 ευρώ για δάνεια δεκαετούς διάρκειας έως 30 ευρώ για τριακονταετή, ανά 100.000 ευρώ κεφαλαίου.
Μικρότερη αύξηση, της τάξης του 0,13% στο τρίμηνο Euribor, έχει σχεδόν αμελητέο αντίκτυπο: οι δόσεις ενισχύονται μόλις κατά 6 έως 7,5 ευρώ τον μήνα, ανάλογα με τη διάρκεια αποπληρωμής. Τα δάνεια μεγαλύτερης διάρκειας εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθησία στις μεταβολές, καθώς το επιτοκιακό κόστος καταλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος της δόσης στα πρώτα χρόνια.
Στα καταναλωτικά δάνεια, οι επιπτώσεις είναι ακόμη πιο περιορισμένες. Για παράδειγμα, αύξηση 0,13% στο Euribor συνεπάγεται επιβάρυνση μόλις λίγων λεπτών του ευρώ μηνιαίως ανά 1.000 ευρώ δανείου, ενώ ακόμη και μια άνοδος 0,50% οδηγεί σε αύξηση της τάξης των 0,23-0,25 ευρώ για πενταετή δάνεια.
Τέλος, υπενθυμίζεται ότι στα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου οι αναπροσαρμογές πραγματοποιούνται συνήθως ανά τρίμηνο, βάσει της τιμής του Euribor λίγες ημέρες πριν από την ημερομηνία επανυπολογισμού, όπως αυτή ορίζεται στη σύμβαση κάθε δανείου







Μ.Η.Τ. 242183