Η σχεδιαζόμενη επιβολή ανώτατου ορίου στο κόστος των καταναλωτικών δανείων φέρνει εκ νέου στο επίκεντρο τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η τελική επιβάρυνση για τους δανειολήπτες. Η μετατόπιση της έμφασης από την επιμέρους τιμολόγηση στον συνολικό περιορισμό της οφειλής στοχεύει στον περιορισμό φαινομένων συσσώρευσης χρεών, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις οδηγούν σε σημαντική διόγκωση του αρχικού ποσού.
Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία εντάσσεται στο πλαίσιο ενσωμάτωσης ευρωπαϊκών κατευθύνσεων για την προστασία των καταναλωτών στον τομέα της πίστης, οι οποίες επιτρέπουν τη θέσπιση ορίων στο συνολικό κόστος δανεισμού. Το πώς ακριβώς θα εφαρμοστούν τα όρια αυτά, καθώς και το εύρος τους, αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης σε εθνικό επίπεδο.
Με βάση πληροφορίες από το Υπουργείο Ανάπτυξης, εξετάζεται η καθιέρωση πλαφόν που θα κυμαίνεται μεταξύ 30% και 50% επί του αρχικού κεφαλαίου, θέτοντας έτσι ένα ανώτατο επίπεδο για τη συνολική οφειλή που μπορεί να δημιουργηθεί.
Η ανάγκη για μια τέτοια παρέμβαση συνδέεται με το διαχρονικό πρόβλημα της υπερχρέωσης νοικοκυριών και επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια συχνά επιβαρύνονται με υψηλούς τόκους υπερημερίας, με αποτέλεσμα οι ληξιπρόθεσμες οφειλές να συνεχίζουν να αυξάνονται με την πάροδο του χρόνου, φτάνοντας πολλές φορές σε επίπεδα πολλαπλάσια του αρχικού χρέους. Αν και οι συμβάσεις προβλέπουν τη δυνατότητα καταγγελίας μετά από καθυστέρηση άνω των 90 ημερών, στην πράξη η διαδικασία αυτή δεν ενεργοποιείται πάντα έγκαιρα. Η απουσία ανώτατου ορίου στο συνολικό κόστος δεν δημιουργούσε επαρκή κίνητρα για ταχύτερη διαχείριση των καθυστερήσεων, ιδίως όταν οι οφειλέτες ζητούσαν χρόνο για οικονομική ανάκαμψη.
Η εισαγωγή πλαφόν στα νέα δάνεια αποσκοπεί στο να ανακόψει αυτή τη δυναμική, περιορίζοντας τη δυνατότητα ανεξέλεγκτης αύξησης των οφειλών. Παράλληλα, η επίτευξη του ανώτατου ορίου ενδέχεται να λειτουργεί ως σημείο ενεργοποίησης διαδικασιών όπως η καταγγελία της σύμβασης και η λήψη μέτρων αναγκαστικής είσπραξης, μεταξύ των οποίων και κατασχέσεις τραπεζικών υπολοίπων.
Σε επίπεδο τραπεζικών ισολογισμών, το μέτρο εκτιμάται ότι θα περιορίσει τα αναμενόμενα έσοδα από τόκους στη συγκεκριμένη κατηγορία δανείων, τα οποία μέχρι σήμερα συνυπολογίζονταν στις προβλέψεις. Ωστόσο, η συνολική επίδραση θεωρείται περιορισμένη. Σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, είναι πιθανό το πλαφόν να συνδεθεί με το συνολικό ετήσιο πραγματικό ποσοστό επιβάρυνσης (ΣΕΠΕ), το οποίο αποτυπώνει πλήρως το κόστος δανεισμού, συμπεριλαμβανομένων τόκων, εξόδων και προμηθειών.
Διευκρινίζεται ότι η εν λόγω ρύθμιση δεν αφορά αναδρομική μείωση υφιστάμενων οφειλών, αλλά θέτει εκ των προτέρων όρια στο συνολικό κόστος για τα νέα καταναλωτικά δάνεια.
Διαβάστε επίσης: Τράπεζες: Πώς κινήθηκαν τα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια το α’ τρίμηνο







Μ.Η.Τ. 242183