Της Μαρίας Αναστασιάδη
Ισχυρές αντοχές απέναντι ακόμη και σε ιδιαίτερα αρνητικές οικονομικές εξελίξεις εμφανίζουν οι τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των stress tests που πραγματοποίησε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο πλαίσιο του προγράμματος FSAP για την αξιολόγηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η άσκηση, με χρονικό ορίζοντα τριών ετών και αφετηρία τον Ιούνιο του 2025, βασίστηκε σε δύο ιδιαίτερα δυσμενή σενάρια. Το πρώτο εξετάζει το ενδεχόμενο μιας σοβαρής παγκόσμιας ύφεσης σε συνδυασμό με κρίση χρέους στην Ευρωζώνη, ενώ το δεύτερο αφορά μια έντονη γεωπολιτική κλιμάκωση που θα προκαλούσε αναταράξεις στο διεθνές εμπόριο, στην ενέργεια και στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Παρά τις ακραίες παραδοχές των σεναρίων, οι ελληνικές τράπεζες καταγράφουν σχετικά περιορισμένες πιέσεις στα κεφάλαιά τους, διατηρώντας καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας πάνω από τα ελάχιστα εποπτικά όρια και τα απαιτούμενα αποθέματα ασφαλείας.
Στο πρώτο σενάριο, η ελληνική οικονομία οδηγείται σε ισχυρή διετή ύφεση, με σωρευτική πτώση του ΑΕΠ κατά 8,4%. Παράλληλα, η ανεργία εκτινάσσεται στο 15,5%, ενώ ο πληθωρισμός περνά σε αρνητικό έδαφος.
Η εικόνα επιβαρύνεται περαιτέρω από την άνοδο των spreads, την αύξηση του κόστους χρηματοδότησης και τη σημαντική επιδείνωση του επενδυτικού κλίματος, στοιχεία που επηρεάζουν αρνητικά τόσο την κατανάλωση όσο και τις επενδύσεις. Παρότι οι κεντρικές τράπεζες επιχειρούν να στηρίξουν την οικονομία μέσω πιο χαλαρής νομισματικής πολιτικής, οι χρηματοπιστωτικές πιέσεις προκαλούν έντονη επιβράδυνση της δραστηριότητας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ΔΝΤ εκτιμά ότι ο δείκτης CET1 των τραπεζών υποχωρεί κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες στο πιο δύσκολο σημείο της άσκησης. Η μείωση αυτή αποδίδεται κυρίως στις αυξημένες προβλέψεις για επισφαλή δάνεια, στη συρρίκνωση των εσόδων από προμήθειες και στις απώλειες αποτίμησης χαρτοφυλακίων ομολόγων.
Το δεύτερο σενάριο βασίζεται σε περαιτέρω όξυνση γεωπολιτικών εντάσεων και σε νέες διαταραχές στις αγορές ενέργειας και στο παγκόσμιο εμπόριο. Σε αυτή την περίπτωση, η ελληνική οικονομία εμφανίζει σωρευτική μείωση ΑΕΠ 6,8% μέσα σε δύο χρόνια, με την ανεργία να διαμορφώνεται στο 13% και τον πληθωρισμό να ανεβαίνει στο 4,9%.
Παρά τις δυσμενείς συνθήκες και την πιο αυστηρή νομισματική πολιτική, οι επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα κρίνονται ηπιότερες σε σχέση με το σενάριο ύφεσης. Ο δείκτης CET1 περιορίζεται κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες, δηλαδή περίπου στο μισό της πίεσης που καταγράφεται στο πρώτο σενάριο.
Σύμφωνα με την ανάλυση του ΔΝΤ, βασικός λόγος αυτής της ανθεκτικότητας είναι η ενίσχυση των καθαρών εσόδων από τόκους. Η άνοδος των επιτοκίων αυξάνει τις αποδόσεις του ενεργητικού των τραπεζών, ενώ η ισχυρή καταθετική βάση περιορίζει τη μεταφορά του αυξημένου κόστους στους καταθέτες. Ως αποτέλεσμα, τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια παραμένουν σε ικανοποιητικά επίπεδα και στηρίζουν τη λειτουργική κερδοφορία.
Το ΔΝΤ δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα και στην πορεία των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTCs), επισημαίνοντας ότι στις εκτιμήσεις έχουν ήδη ληφθεί υπόψη τόσο οι προβλεπόμενοι μηχανισμοί απόσβεσης όσο και οι πρωτοβουλίες των ίδιων των τραπεζών για επιτάχυνση της διαδικασίας.
Στο σενάριο ύφεσης, το ύψος των DTCs έως το 2028 υπολογίζεται αυξημένο κατά περίπου 1,5 δισ. ευρώ σε σχέση με τις τρέχουσες προβλέψεις των τραπεζών. Στο γεωπολιτικό σενάριο η απόκλιση είναι σημαντικά μικρότερη και περιορίζεται περίπου στα 400 εκατ. ευρώ.
Η ανάλυση του Ταμείου αναδεικνύει έμμεσα τη σημασία της ταχύτερης μείωσης των DTCs σε περιόδους υψηλής κερδοφορίας, ώστε να ενισχυθεί περαιτέρω η ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών.
Το ΔΝΤ θεωρεί επίσης ότι ακόμη και σε ιδιαίτερα ακραίες συνθήκες δεν προκύπτουν ζημιές στους senior τίτλους του προγράμματος «Ηρακλής», οι οποίοι διαθέτουν κρατική εγγύηση και συνδέονται με τις μεγάλες τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων των προηγούμενων ετών.
Παράλληλα, το Ταμείο ζητά ενισχυμένη εποπτεία των servicers από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ειδικότερα, υπογραμμίζει την ανάγκη πιο αυστηρής αξιολόγησης της αποτελεσματικότητάς τους και της ικανότητάς τους να διαχειρίζονται μεγάλο όγκο δανειοληπτών.
Επιπλέον, προτείνεται η τακτική επικαιροποίηση των επιχειρησιακών σχεδίων των servicers, ώστε να υπάρχει σαφέστερη εικόνα για τις επιδόσεις τους, τις αποκλίσεις από τους στόχους και τις αλλαγές στη στρατηγική διαχείρισης. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η πρακτική αυτή θα διευκολύνει και τις ίδιες τις τράπεζες στην ορθή ταξινόμηση των senior τίτλων του «Ηρακλή» βάσει του προτύπου IFRS 9.







Μ.Η.Τ. 242183