Με προσφορές €36 δισ. και επιτόκιο χαμηλότερο των αρχικών εκτιμήσεων, η Ελλάδα άντλησε 3 δισ. από την επανέκδοση του 10ετούς ομολόγου
Ηχηρό μήνυμα εμπιστοσύνης προς την ελληνική οικονομία έστειλαν οι διεθνείς αγορές με την επανέκδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου, μέσω της οποίας το Ελληνικό Δημόσιο άντλησε 3 δισ. ευρώ, πετυχαίνοντας παράλληλα χαμηλότερο κόστος δανεισμού από τον αρχικά προβλεπόμενο σχεδιασμό.
Η συναλλαγή συγκέντρωσε εξαιρετικά ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον, με τις συνολικές προσφορές να φτάνουν τα 36 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε υπερκάλυψη περίπου 12 φορές του ζητούμενου ποσού. Η εξέλιξη αυτή επέτρεψε στον Οργανισμό Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους να περιορίσει το τελικό περιθώριο τιμολόγησης και να πετύχει ευνοϊκότερους όρους χρηματοδότησης.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση του ΟΔΔΗΧ, η τελική απόδοση διαμορφώθηκε περίπου στο 3,75%, χαμηλότερα από τις αρχικές εκτιμήσεις που τοποθετούσαν το επιτόκιο κοντά στο 3,83%. Το spread έκλεισε στις 68 μονάδες βάσης πάνω από το Mid Swap, έναντι αρχικής καθοδήγησης στις 71 μονάδες βάσης.
Η επιτυχία της έκδοσης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς το Ελληνικό Δημόσιο έχει ήδη καλύψει περίπου το 95% του ετήσιου δανειακού προγράμματος για το 2026, διασφαλίζοντας σημαντική ευελιξία στη διαχείριση των χρηματοδοτικών του αναγκών για το υπόλοιπο του έτους.
Το ομόλογο που επανεκδόθηκε είχε αρχικά εκδοθεί με κουπόνι 3,375%, ενώ τη διαδικασία ανέλαβαν οι Alpha Bank, Barclays, Citi, Commerzbank, Nomura και Societe Generale.
Ανθεκτικότητα της ελληνικής αγοράς παρά τις πιέσεις στα ευρωπαϊκά ομόλογα
Η επιτυχία της επανέκδοσης έρχεται σε μια περίοδο αυξημένης μεταβλητότητας στις αγορές κρατικών τίτλων της Ευρωζώνης. Οι επενδυτές παρακολουθούν στενά τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, καθώς οι προσδοκίες για περαιτέρω αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής διατηρούν πιέσεις στις αποδόσεις των ομολόγων.
Παρά το περιβάλλον αυτό, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα εξακολουθούν να εμφανίζουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς τίτλου στη δευτερογενή αγορά διαμορφώνεται κοντά στο 3,77%, με τη διαφορά απόδοσης έναντι του αντίστοιχου γερμανικού τίτλου να παραμένει σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, στις περίπου 78 μονάδες βάσης.
Η εικόνα αυτή αντικατοπτρίζει τη βελτίωση της επενδυτικής αντίληψης για την ελληνική οικονομία, αλλά και την ενίσχυση της αξιοπιστίας της χώρας στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου τα τελευταία χρόνια.
Οι υψηλές εισροές επενδυτικών κεφαλαίων και η μεγάλη ζήτηση για ελληνικούς τίτλους αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα έχει καταφέρει να εδραιωθεί πλέον μεταξύ των πιο αξιόπιστων εκδοτών κρατικού χρέους στην Ευρωζώνη, παρά το γεγονός ότι εξακολουθεί να διαθέτει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Το χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης και η νέα πρόωρη αποπληρωμή δανείων
Καθοριστικό πλεονέκτημα για τη χώρα παραμένει η ιδιαίτερη δομή του ελληνικού δημόσιου χρέους, η οποία περιορίζει σημαντικά το κόστος εξυπηρέτησής του.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat, το μέσο κόστος εξυπηρέτησης του ελληνικού χρέους υποχώρησε το 2025 στο 2,18%, από 2,27% το 2024, παρά τη σημαντική άνοδο των επιτοκίων διεθνώς τα τελευταία χρόνια.
Ακόμη χαμηλότερα εμφανίζονται τα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ για το πρώτο τρίμηνο του 2026. Με βάση τα ταμειακά δεδομένα, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους της Γενικής Κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 1,38%, ενώ αν συνυπολογιστούν οι αναβαλλόμενοι τόκοι των δανείων του EFSF και οι σχετικές συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων (swaps), το κόστος ανέρχεται στο 1,84%.
Στο πλαίσιο της ενεργητικής διαχείρισης του χρέους, η Ελλάδα εξασφάλισε πρόσφατα την έγκριση του ESM και του EFSF για την πρόωρη αποπληρωμή δανείων του Greek Loan Facility ύψους 6,94 δισ. ευρώ, τα οποία είχαν αρχικές λήξεις μεταξύ 2029 και 2035.
Η κίνηση θα χρηματοδοτηθεί από τα διαθέσιμα του λεγόμενου «σκληρού ταμειακού αποθέματος» και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις διαχείρισης χρέους των τελευταίων ετών. Πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη πρόωρη αποπληρωμή δανείων GLF που πραγματοποιεί η χώρα, μετά την αντίστοιχη κίνηση του 2025.
Η στρατηγική αυτή επιτρέπει στην Ελλάδα να μειώνει σταδιακά το βάρος των ακριβότερων δανειακών υποχρεώσεων, να βελτιώνει περαιτέρω το προφίλ του δημόσιου χρέους και να ενισχύει την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών σε μια περίοδο όπου η δημοσιονομική σταθερότητα και η πρόσβαση στις αγορές αποτελούν βασικούς δείκτες οικονομικής αξιοπιστίας.
Διαβάστε επίσης: ΟΔΔΗΧ: Επανέκδοση 10ετούς ομολόγου με τη στήριξη έξι κορυφαίων διεθνών τραπεζών







Μ.Η.Τ. 242183