Οι Αρχές εξετάζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες κατέρρευσε η τετραώροφη πολυκατοικία.
Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκονται οι έρευνες των αρμόδιων Αρχών για την κατάρρευση τετραώροφης πολυκατοικίας στα Πετράλωνα.
Σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, στο Αστυνομικό Τμήμα Πετραλώνων έχουν προσαχθεί ο ιδιοκτήτης του γειτονικού κτιρίου, ο οποίος είχε αναθέσει τις εργασίες που εκτελούνταν στο οικόπεδο, καθώς και οι εργαζόμενοι που βρίσκονταν στο σημείο κατά την ώρα του συμβάντος. Οι Αρχές εξετάζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες σημειώθηκε η κατάρρευση και ερευνούν εάν τηρήθηκαν όλα τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας.
Την ίδια ώρα, αυτόπτες μάρτυρες, εμφανώς σοκαρισμένοι, περιγράφουν τις δραματικές στιγμές που προηγήθηκαν της κατάρρευσης. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, τρεις ένοικοι φέρεται να πρόλαβαν να εγκαταλείψουν την πολυκατοικία λίγα δευτερόλεπτα πριν αυτή καταρρεύσει.
Η κατάρρευση προκάλεσε άμεση κινητοποίηση της Πυροσβεστικής, του ΕΚΑΒ και της Αστυνομίας, καθώς υπήρξαν από την πρώτη στιγμή φόβοι για εγκλωβισμένους κάτω από τα συντρίμμια. Στο σημείο έχουν σπεύσει 30 πυροσβέστες με 8 οχήματα, δυνάμεις της 1ης ΕΜΑΚ και ειδικά εκπαιδευμένοι σκύλοι έρευνας και διάσωσης. Οι επιχειρήσεις γίνονται με ιδιαίτερη προσοχή, ενώ οι πυροσβέστες ζητούν απόλυτη ησυχία στην περιοχή, ώστε να μπορούν να ακούσουν πιθανές φωνές ή χτυπήματα από ανθρώπους που μπορεί να βρίσκονται παγιδευμένοι.
Στο σημείο συνεχίζεται η μεγάλη επιχείρηση της Πυροσβεστικής, με τις δυνάμεις διάσωσης να πραγματοποιούν εξονυχιστικούς ελέγχους στα συντρίμμια, ενώ οι έρευνες βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη.
Κατέρρευσε πολυκατοικία στα Πετράλωνα: Αναφορές για 4 εγκλωβισμένους
Ο καθηγητής Αντισεισμικών Κατασκευών του ΕΜΠ Κώστας Σπυράκος και το μέλος του ΔΣ του Συλλόγου Πολιτικών Μηχανικών Ελλάδος, Βασίλης Παπαδόπουλος, εκτιμούν ότι:
Ο κ. Σπυράκος ξεκαθαρίζει ότι χωρίς πλήρη εικόνα των συνθηκών δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για τα ακριβή αίτια της κατάρρευσης, ωστόσο επισημαίνει πως ένα σωστά κατασκευασμένο και θεμελιωμένο κτήριο δεν θα έπρεπε να καταρρεύσει εξαιτίας εργασιών που εκτελούνταν σε όμορο οικόπεδο.
Όπως εξηγεί, όλα εξαρτώνται από τον τρόπο θεμελίωσης των δύο κτηρίων και τη φύση του εδάφους. Εάν υπήρχε κοινή ή άμεσα επηρεαζόμενη θεμελίωση, τότε μια επέμβαση στο ένα κτήριο θα μπορούσε να επηρεάσει και το άλλο. Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι πριν από οποιαδήποτε εργασία όφειλαν να έχουν πραγματοποιηθεί οι απαραίτητοι έλεγχοι και να έχουν ληφθεί όλα τα προβλεπόμενα μέτρα προστασίας.
«Το θεωρώ βέβαιο ότι και η πολυκατοικία αυτή είχε προβλήματα», αναφέρει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι εφόσον οι εργασίες στο διπλανό οικόπεδο δεν βρίσκονταν σε άμεση επαφή με τη θεμελίωση του κτηρίου που κατέρρευσε, η έκταση της αστοχίας δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από αυτές, εκτός εάν υπήρχαν ήδη σοβαρές αδυναμίες στον φέροντα οργανισμό.
Ο καθηγητής χαρακτηρίζει εξαιρετικά ασυνήθιστο ένα περιστατικό ολικής κατάρρευσης πολυκατοικίας, σημειώνοντας ότι ακόμη και μια μερική κατάρρευση προϋποθέτει συνήθως επεμβάσεις πολύ κοντά ή απευθείας στα θεμέλια του κτηρίου. Θεωρεί μάλιστα απίθανο μια απλή δόνηση από γειτονικές εργασίες να προκάλεσε από μόνη της την κατάρρευση, εκτός εάν υπήρχε κάποια ιδιαίτερη γεωλογική ιδιαιτερότητα, όπως υπόγεια κοιλότητα που υποχώρησε επηρεάζοντας τα θεμέλια.
Παράλληλα, εκτιμά ότι η αυτοψία και η λεπτομερής τεχνική διερεύνηση του χώρου θα αποκαλύψουν τα πραγματικά αίτια της αστοχίας.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Βασίλης Παπαδόπουλος, μέλος του ΔΣ του Συλλόγου Πολιτικών Μηχανικών Ελλάδος, ο οποίος τονίζει ότι η διερεύνηση δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο στο συγκεκριμένο περιστατικό, αλλά να αναδείξει συνολικά τα προβλήματα του ιδιαίτερα γηρασμένου κτηριακού αποθέματος της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και των υπόλοιπων μεγάλων αστικών κέντρων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η παλαιότητα του κτηρίου αποτελεί πιθανότατα τον βασικότερο παράγοντα της κατάρρευσης, ενώ δεν αποκλείεται να συνέβαλαν και οι γεωλογικές συνθήκες της περιοχής. Όπως εξηγεί, εάν κάτω από τα θεμέλια υπήρχε χαλαρό έδαφος ή σχιστολιθικό υπόβαθρο αντί για συμπαγή βράχο, οι εργασίες στο διπλανό οικόπεδο θα μπορούσαν να επιβαρύνουν μια ήδη ευάλωτη κατασκευή.
Ο κ. Παπαδόπουλος σημειώνει ακόμη ότι ακόμη και αν είχαν τηρηθεί όλα τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας κατά την εκτέλεση των εργασιών, ένα ιδιαίτερα παλιό και επιβαρυμένο κτήριο θα μπορούσε να οδηγηθεί σε κατάρρευση.
Όπως επισημαίνει, οι επαναλαμβανόμενες σεισμικές δονήσεις και η φυσική καταπόνηση που υφίστανται τα κτήρια επί δεκαετίες μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές ρηγματώσεις και σταδιακή αποδυνάμωση του φέροντος οργανισμού. «Κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να συμβεί στο μέλλον», αναφέρει χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι κάθε τεχνική διερεύνηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη το ιστορικό και την πραγματική κατάσταση του κτηρίου πριν από οποιοδήποτε συμπέρασμα.







Μ.Η.Τ. 242183