Ευρωπαϊκές αμυντικές δαπάνες: Η απαίτηση για 5% του ΑΕΠ και οι επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά – Σενάρια, ελλείμματα και χρηματοδότηση
Η ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης έρχεται με βαρύ οικονομικό τίμημα, καθώς το κόστος για την αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 5% του ΑΕΠ θα αγγίξει τα 875 δισ. δολάρια ετησίως, σύμφωνα με ανάλυση της S&P Global Ratings.
Η ανάγκη αύξησης της χρηματοδότησης της ευρωπαϊκής άμυνας έχει αναδειχθεί ως προτεραιότητα, ιδιαίτερα μετά τις πιέσεις της κυβέρνησης Τραμπ για μεγαλύτερη συμβολή των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ.
Ωστόσο, οι δημοσιονομικές επιπτώσεις αυτής της πολιτικής είναι σημαντικές, καθώς τα περισσότερα κράτη δεν διαθέτουν επαρκή περιθώρια για να καλύψουν την αύξηση των δαπανών, γεγονός που τα οδηγεί στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων χρηματοδότησης.
Δημοσιονομικές πιέσεις και προκλήσεις
Σύμφωνα με την S&P, τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. ξοδεύουν κατά μέσο όρο 1,9% του ΑΕΠ για την άμυνα, έναντι 3,3% των ΗΠΑ, με μεγάλες διαφοροποιήσεις ανά χώρα. Οι χώρες που βρίσκονται πιο κοντά στη Ρωσία, όπως η Πολωνία, οι χώρες της Βαλτικής και η Ελλάδα, έχουν ήδη αυξημένες αμυντικές δαπάνες, ξεπερνώντας το 3% του ΑΕΠ τους. Αντίθετα, χώρες της Δυτικής Ευρώπης, όπως η Ιταλία, η Ισπανία και το Βέλγιο, διαθέτουν πολύ μικρότερα ποσοστά για την άμυνα, κάτι που αναμένεται να αλλάξει υπό τις νέες συνθήκες.
Η S&P εξετάζει τρία πιθανά σενάρια αύξησης των αμυντικών δαπανών και τις επιπτώσεις τους στα δημόσια οικονομικά:
- Σενάριο 1: Αύξηση των δαπανών στο 2,67% του ΑΕΠ, βάσει του σταθμισμένου μέσου όρου του ΝΑΤΟ – επιπλέον κόστος 242 δισ. δολάρια ετησίως.
- Σενάριο 2: Εναρμόνιση με τις αμυντικές δαπάνες των ΗΠΑ (3,3% του ΑΕΠ) – επιπλέον κόστος 500 δισ. δολάρια.
- Σενάριο 3: Επίτευξη του 5% του ΑΕΠ, όπως έχει προτείνει η Ουάσινγκτον – επιπλέον κόστος 875 δισ. δολάρια.
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών σε αυτά τα επίπεδα είναι δύσκολο να υποστηριχθεί χωρίς την περικοπή άλλων δαπανών ή την αύξηση του δανεισμού, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε δημοσιονομικές πιέσεις και πολιτικές αντιδράσεις σε πολλές χώρες της Ε.Ε.
Χρηματοδότηση μέσω κοινής ομολογιακής έκδοσης;
Καθώς οι κυβερνήσεις της Ε.Ε. προσπαθούν να διαχειριστούν αυτή την πρόκληση, ακόμα και οι πιο συντηρητικές δημοσιονομικά χώρες εμφανίζονται πιο ανοιχτές στην έκδοση κοινών ευρωπαϊκών ομολόγων για τη χρηματοδότηση της άμυνας. Η S&P επισημαίνει ότι οι θεσμοί όπως η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕ), ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) και το EFSF θα μπορούσαν να παίξουν ρόλο στην εξεύρεση κεφαλαίων, ωστόσο αυτό δεν επαρκεί μακροπρόθεσμα.
Αμυντικές δαπάνες και οικονομική ανάπτυξη
Ένα ακόμη ζήτημα που επισημαίνει η S&P είναι ότι οι αμυντικές δαπάνες δεν έχουν ισχυρό θετικό αντίκτυπο στην οικονομική ανάπτυξη. Ο δημοσιονομικός πολλαπλασιαστής τους παραμένει χαμηλός, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, καθώς οι περισσότερες επενδύσεις στην άμυνα αφορούν εισαγωγές όπλων και στρατιωτικού εξοπλισμού, με μικρό όφελος για την εγχώρια οικονομία. Σε αντίθεση, οι ΗΠΑ έχουν υψηλότερη εγχώρια παραγωγή όπλων και αμυντικού εξοπλισμού, κάτι που δίνει μεγαλύτερη ώθηση στην αμερικανική οικονομία.
Μάλιστα, ενώ το 2024 οι ΗΠΑ κατέχουν την πρωτοκαθεδρία στις αμυντικές βιομηχανίες με 48 από τις 100 μεγαλύτερες εταιρείες, η Ευρώπη έχει μόλις 19, γεγονός που καταδεικνύει την εξάρτησή της από αμερικανικές προμήθειες.
Η ανάγκη για μια βιώσιμη λύση
Η S&P καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αύξηση των αμυντικών δαπανών πρέπει να γίνει με τρόπο δημοσιονομικά βιώσιμο, χωρίς να δημιουργήσει νέες κρίσεις χρέους στην Ευρώπη. Πιθανές λύσεις περιλαμβάνουν:
- Σταδιακή αύξηση των δαπανών αντί για άμεση προσαρμογή στο 5%.
- Δημιουργία νέων πηγών εσόδων, όπως ειδικοί φόροι ή εισφορές για την άμυνα.
- Αντισταθμιστικές περικοπές σε άλλες δαπάνες.
- Ενίσχυση της κοινής αμυντικής βιομηχανίας της Ε.Ε., ώστε να μειωθεί η εξάρτηση από εισαγωγές και να αυξηθεί η οικονομική απόδοση των δαπανών.
Με τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ να πλησιάζει και τις πιέσεις από την Ουάσινγκτον να εντείνονται, η Ε.Ε. καλείται να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ αποτελεσματικής άμυνας και δημοσιονομικής σταθερότητας, καθώς οι αποφάσεις που θα ληφθούν θα καθορίσουν το μέλλον της ευρωπαϊκής οικονομίας και της ασφάλειας για τα επόμενα χρόνια.
Διαβάστε επίσης: Κοντογεώργης: «Επιτυχία του πρωθυπουργού η ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες»






Μ.Η.Τ. 242183