Υποχρεωτική μείωση της τελικής κατανάλωσης ενέργειας κατά 16% έως το 2030 καλούνται να επιτύχουν τα κτίρια χαμηλής ενεργειακής απόδοσης, στο πλαίσιο της νέας αναθεωρημένης ευρωπαϊκής οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (EPBD). Η μείωση αφορά σύγκριση με το έτος αναφοράς 2020 και εντάσσεται στον μακροπρόθεσμο στόχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την πλήρη μετάβαση σε κτίρια μηδενικών εκπομπών έως το 2050.
Η ενσωμάτωση της οδηγίας στο ελληνικό δίκαιο αναμένεται έως τις 30 Μαΐου 2026, ωστόσο οι δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι εξοικονόμησης ενέργειας ισχύουν ανεξαρτήτως της ημερομηνίας εναρμόνισης, γεγονός που καθιστά αναγκαία την άμεση κινητοποίηση των ιδιοκτητών.
Το ελληνικό κτιριακό απόθεμα στο επίκεντρο
Στην Ελλάδα, άνω του 80% των κτιρίων έχει ανεγερθεί πριν από το 1985, δηλαδή πριν από την εφαρμογή του πρώτου Κανονισμού Θερμομόνωσης. Ως αποτέλεσμα, εκατοντάδες χιλιάδες κατοικίες παρουσιάζουν ιδιαίτερα χαμηλή ενεργειακή απόδοση, με άμεσες επιπτώσεις στο κόστος θέρμανσης και ψύξης.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΠΟΜΙΔΑ, περίπου 1 εκατομμύριο ακίνητα —ποσοστό που αντιστοιχεί στο 30% του συνολικού κτιριακού δυναμικού— κατατάσσονται στις δύο χαμηλότερες ενεργειακές κατηγορίες του Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης (Η και Ζ). Το γεγονός αυτό δημιουργεί έντονη ανησυχία στους ιδιοκτήτες ως προς τη δυνατότητα χρηματοδότησης των απαιτούμενων παρεμβάσεων και τη διατήρηση της εμπορικής αξίας των ακινήτων τους.
Ποσοτικοί στόχοι και ενεργειακές βαθμίδες
Η αναθεωρημένη οδηγία προβλέπει σωρευτική μείωση της κατανάλωσης ενέργειας ως εξής:
έως το 2030: -16%
έως το 2035: -22%
έως το 2040: -48%
έως το 2045: -74%
έως το 2050: -100%
Οι στόχοι αυτοί μεταφράζονται σε υποχρεωτικές εθνικές πολιτικές που θα εστιάσουν πρωτίστως στα κτίρια πολύ χαμηλής ενεργειακής απόδοσης, δηλαδή σε εκείνα που κατατάσσονται στις κατηγορίες Η, Ζ και Ε.
Τεχνικές παρεμβάσεις προτεραιότητας
Για τα παλαιά κτίρια —ιδίως της δεκαετίας του ’70— η πλέον κρίσιμη παρέμβαση αφορά τη ρύθμιση και την καταγραφή της παρεχόμενης θερμικής ενέργειας σε επίπεδο διαμερίσματος και θερμαντικού σώματος.
Η εφαρμογή θερμοστατικών κεφαλών (ΘΚ) και μετρητών θερμότητας (ΜΘ) ανά σώμα επιτρέπει:
- συνεχή ρύθμιση της θερμοκρασίας ανά χώρο,
- ακριβή επιμερισμό της κατανάλωσης,
- απομακρυσμένη παρακολούθηση και έλεγχο μέσω ψηφιακών εφαρμογών.
Οι επεμβάσεις αυτές χαρακτηρίζονται από πολύ μικρούς χρόνους απόσβεσης (1–1,5 έτος) και θεωρούνται από τις πλέον αποδοτικές τεχνικοοικονομικά.
Αυτονόμηση θέρμανσης: τεχνική και οικονομική σύγκριση
Η αυτονόμηση διαμερίσματος εντός της κεντρικής θέρμανσης εμφανίζει σαφώς μικρότερο κόστος και ταχύτερη απόσβεση σε σχέση με την πλήρη αποσύνδεση. Ενδεικτικά:
- Λέβητας συμπύκνωσης (ΛΣ): ~1.500 €
- Αντλία θερμότητας (ΑΘ): 3.000–4.000 €
Η πλήρης αυτονόμηση εκτός κεντρικού συστήματος οδηγεί σε χρόνους απόσβεσης 3,5–4 ετών, έναντι 1–1,5 έτους για λύσεις εντός του υφιστάμενου συστήματος.
Ορυκτά καύσιμα και νέες τεχνολογίες
Από το 2025 έχει καταργηθεί η επιδότηση λεβήτων ορυκτών καυσίμων, ενώ προβλέπεται πλήρης απόσυρσή τους σε επίπεδο ΕΕ έως το 2040. Παρ’ όλα αυτά, οι λέβητες συμπύκνωσης παραμένουν τεχνικά και οικονομικά ανταγωνιστικοί, καθώς:
είναι φθηνότεροι κατά περίπου 30% σε σχέση με τις αντλίες θερμότητας,
επιτυγχάνουν εξοικονόμηση πρωτογενούς ενέργειας ~22% (έναντι ~36% των ΑΘ).
Κτίρια μηδενικών εκπομπών
Τα νέα δημόσια κτίρια θα πρέπει να είναι μηδενικών εκπομπών από το 2028 και τα ιδιωτικά από το 2030. Η επίτευξη του στόχου βασίζεται σε συνδυασμό τεχνικών λύσεων: πλήρη θερμομόνωση, αντλίες θερμότητας, φωτοβολταϊκά συστήματα, ανάκτηση θερμότητας και παθητικές τεχνικές.
Για τα υφιστάμενα κτίρια, η μετάβαση θα είναι σταδιακή, με ορίζοντα το 2050.
Θερμομόνωση και στρατηγική ιδιοκτητών
Η θερμομόνωση κελύφους (τοιχοποιία, δώμα, πιλοτή) συγκαταλέγεται στις πλέον αποδοτικές επενδύσεις, τόσο ενεργειακά όσο και οικονομικά.
Συνιστάται στους ιδιοκτήτες να προχωρήσουν άμεσα σε παρεμβάσεις με χρόνο απόσβεσης έως 1,5 έτος, είτε αυτοχρηματοδοτούμενα είτε μέσω προγραμμάτων τύπου «Εξοικονομώ», τα οποία ενδείκνυνται κυρίως για επενδύσεις με μεγαλύτερους χρόνους απόσβεσης.
Σε αντίθετη περίπτωση, δεν αποκλείεται στο μέλλον η θέσπιση αυστηρότερων διοικητικών περιορισμών σε μεταβιβάσεις, πωλήσεις και μισθώσεις, οι οποίοι, με βάση τα νέα δεδομένα, δεν θα μπορούν πλέον να παρακαμφθούν.







Μ.Η.Τ. 242183