Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ από την πρωθυπουργία και την ηγεσία των Εργατικών επιβεβαίωσε ότι η πολιτική αστάθεια έχει πλέον παγιωθεί στη Βρετανία.
Μέσα σε μόλις δέκα χρόνια, από το δημοψήφισμα του Brexit το 2016 μέχρι σήμερα, η χώρα έχει αλλάξει έξι πρωθυπουργούς, γεγονός που αποτυπώνει τις βαθιές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές ανακατατάξεις που εξακολουθούν να διαμορφώνουν το βρετανικό πολιτικό σκηνικό.
Η παραίτηση του Κιρ Στάρμερ δεν αποτελεί απλώς το τέλος μιας κυβέρνησης. Αντανακλά μια βαθύτερη κρίση του βρετανικού πολιτικού συστήματος, το οποίο δυσκολεύεται να παράγει σταθερές κυβερνήσεις και ηγεσίες με μακροχρόνιο ορίζοντα. Από την αποχώρηση του Ντέιβιντ Κάμερον το καλοκαίρι του 2016, όταν ανέλαβε την πολιτική ευθύνη για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, μέχρι σήμερα, η Βρετανία έχει γνωρίσει έξι διαφορετικούς πρωθυπουργούς, με θητείες που κυμάνθηκαν από λίγες εβδομάδες έως λίγα χρόνια.
Η συχνή εναλλαγή στην εξουσία δεν μπορεί να εξηγηθεί από έναν μόνο παράγοντα. Πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας αλληλουχίας κρίσεων που ξεκινούν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, κορυφώνονται με το Brexit και συνεχίζονται με τον πληθωρισμό, την ενεργειακή κρίση, τη χαμηλή παραγωγικότητα και τη μεταβολή των πολιτικών ισορροπιών.
Το Brexit συνεχίζει να καθορίζει τη βρετανική πολιτική
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, το Brexit εξακολουθεί να αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα της βρετανικής πολιτικής ζωής.
Οι υποστηρικτές της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση είχαν υποσχεθεί ότι η Βρετανία θα ανακτούσε τον πλήρη έλεγχο της νομοθεσίας, της οικονομικής πολιτικής και των συνόρων της, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες ανάπτυξης. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη.
Η επιβάρυνση του εμπορίου, οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε βασικούς τομείς της οικονομίας, η μείωση των επενδύσεων και η αβεβαιότητα στις επιχειρήσεις περιόρισαν σημαντικά τις αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας. Παράλληλα, δημοσκοπήσεις των τελευταίων ετών δείχνουν ότι πλέον η πλειοψηφία των Βρετανών θεωρεί πως το Brexit ήταν λανθασμένη επιλογή.
Ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων Ρόμπερτ Πάτμαν του Πανεπιστημίου του Οτάγκο χαρακτηρίζει το Brexit μία από τις σοβαρότερες στρατηγικές αποτυχίες της σύγχρονης βρετανικής ιστορίας, υποστηρίζοντας ότι το οικονομικό του κόστος εξακολουθεί να επιβαρύνει κάθε κυβέρνηση που διαδέχεται την προηγούμενη.
Οι ψηφοφόροι δεν περιμένουν πλέον
Εξίσου σημαντική είναι η αλλαγή της συμπεριφοράς των ψηφοφόρων.
Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Πολιτικής Φίλιπ Κάουλι του Πανεπιστημίου Queen Mary του Λονδίνου, οι νέες κυβερνήσεις δεν απολαμβάνουν πλέον την περίοδο ανοχής που χαρακτήριζε παλαιότερες δεκαετίες.
Οι πολίτες απαιτούν άμεσα αποτελέσματα, ενώ οι βουλευτές αντιδρούν πολύ ταχύτερα όταν διαπιστώνουν ότι η κυβέρνηση χάνει τη λαϊκή της υποστήριξη. Η αυξημένη εκλογική μεταβλητότητα έχει καταστήσει ακόμη πιο εύθραυστη τη θέση κάθε πρωθυπουργού.
Γιατί απέτυχε ο Στάρμερ
Ο Κιρ Στάρμερ εξελέγη το 2024 με ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία και με βασική υπόσχεση ότι θα επανεκκινούσε τη βρετανική οικονομία και θα αποκαθιστούσε την πολιτική σταθερότητα.
Ωστόσο, μέσα σε μόλις δύο χρόνια η εικόνα της κυβέρνησής του επιδεινώθηκε σημαντικά.
Το βασικότερο πρόβλημα δεν ήταν μόνο οι οικονομικές επιδόσεις αλλά και η αδυναμία του να δημιουργήσει μια ισχυρή σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία. Παρά τις προσπάθειες εφαρμογής μεταρρυθμίσεων, η κυβέρνηση δεν κατάφερε να πείσει ότι υπήρχε σαφές σχέδιο εξόδου από τη στασιμότητα.
Οι συχνές αλλαγές θέσεων σε κρίσιμα ζητήματα, υπό την πίεση τόσο του κόμματός του όσο και της κοινής γνώμης, ενίσχυσαν την εικόνα πολιτικής αβεβαιότητας.
Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Ρόμπερτ Πάτμαν, ο Στάρμερ διέθετε τεχνοκρατική επάρκεια, αλλά δεν κατάφερε να αναπτύξει τα πολιτικά αντανακλαστικά που απαιτούσε μια τόσο δύσκολη συγκυρία.
Η πτώση της δημοτικότητάς του υπήρξε εντυπωσιακή. Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα οι Εργατικοί έχασαν το προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις από το Reform UK, ενώ η βαριά ήττα στις τελευταίες τοπικές εκλογές αποτέλεσε το καθοριστικό πλήγμα που οδήγησε στην παραίτησή του.
Η οικονομία παρέμεινε ο μεγάλος πονοκέφαλος
Η κυβέρνηση Στάρμερ δεν κατάφερε να πετύχει αρκετούς από τους βασικούς στόχους της.
Το πρόγραμμα κατασκευής 1,5 εκατομμυρίου νέων κατοικιών προχώρησε με πολύ αργούς ρυθμούς, ενώ η οικονομική ανάπτυξη παρέμεινε ασθενική.
Παρά τη μικρή βελτίωση ορισμένων δεικτών, η ανάπτυξη συνέχισε να κινείται κοντά στο 1%, επίπεδο που θεωρείται ανεπαρκές για την ουσιαστική αύξηση των εισοδημάτων και των δημόσιων εσόδων.
Την ίδια στιγμή, οι γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η άνοδος των τιμών της ενέργειας επιβάρυναν περαιτέρω τις προοπτικές της οικονομίας, αυξάνοντας τις πιέσεις προς την κυβέρνηση.
Η άνοδος του Reform UK άλλαξε το πολιτικό σκηνικό
Παράλληλα με τα οικονομικά προβλήματα, το πολιτικό τοπίο άλλαξε ριζικά.
Το Reform UK κατάφερε να μετατραπεί από κόμμα διαμαρτυρίας σε σοβαρό διεκδικητή της εξουσίας, αξιοποιώντας τη δυσαρέσκεια για το μεταναστευτικό, το κόστος ζωής και τη γενικότερη αίσθηση ότι το πολιτικό κατεστημένο αδυνατεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της χώρας.
Η άνοδος του κόμματος περιόρισε σημαντικά τα περιθώρια κινήσεων τόσο των Εργατικών όσο και των Συντηρητικών, δημιουργώντας ένα περισσότερο κατακερματισμένο πολιτικό περιβάλλον.
Μπορεί ο Άντι Μπέρναμ να αλλάξει την εικόνα;
Μετά την παραίτηση του Στάρμερ, όλα δείχνουν ότι ο Άντι Μπέρναμ αποτελεί το επικρατέστερο πρόσωπο για να αναλάβει την ηγεσία των Εργατικών και, κατ’ επέκταση, την πρωθυπουργία.
Η αποστολή του, ωστόσο, μόνο εύκολη δεν θα είναι.
Στη Βρετανία ο πρωθυπουργός δεν εκλέγεται άμεσα από τους πολίτες αλλά αναδεικνύεται ως ηγέτης του κόμματος που διαθέτει την πλειοψηφία στη Βουλή των Κοινοτήτων. Αυτό σημαίνει ότι η επιβίωσή του εξαρτάται όχι μόνο από τη λαϊκή αποδοχή αλλά και από τη στήριξη των ίδιων των βουλευτών του.
Ο Μπέρναμ θεωρείται ιδιαίτερα αποτελεσματικός στην επικοινωνία και έχει αποδείξει ότι μπορεί να προσελκύσει ψηφοφόρους πέρα από τον παραδοσιακό πυρήνα των Εργατικών. Παράλληλα, έχει καταφέρει να αντιμετωπίσει με σχετική επιτυχία την άνοδο του Reform UK σε τοπικό επίπεδο.
Ωστόσο, οι προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει παραμένουν ίδιες: χαμηλή ανάπτυξη, δημοσιονομικοί περιορισμοί, υψηλό κόστος ζωής, πίεση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και ένα πολιτικό περιβάλλον που εμφανίζεται ολοένα και πιο απρόβλεπτο.
Μια δεκαετία διαρκούς αστάθειας
Η πολιτική αστάθεια που ακολούθησε το Brexit δείχνει ότι η Βρετανία δεν έχει ακόμη βρει μια νέα ισορροπία.
Η διαδοχή έξι πρωθυπουργών μέσα σε μία δεκαετία δεν αποτελεί απλώς σύμπτωμα εσωκομματικών συγκρούσεων, αλλά ένδειξη ότι οι κυβερνήσεις καλούνται να διαχειριστούν προβλήματα τα οποία καμία μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να επιλύσει οριστικά.
Ο επόμενος πρωθυπουργός δεν θα κριθεί μόνο από την ικανότητά του να διατηρήσει ενωμένους τους Εργατικούς, αλλά κυρίως από το κατά πόσο θα μπορέσει να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην οικονομία και στους θεσμούς. Εάν αποτύχει και εκείνος, η πολιτική αστάθεια που χαρακτηρίζει τη μετα-Brexit εποχή είναι πιθανό να συνεχιστεί, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τις δυνάμεις που αμφισβητούν το παραδοσιακό δικομματικό σύστημα της Βρετανίας.







Μ.Η.Τ. 242183