Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ αποτελεί για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μια ακόμη ευκαιρία να μετατρέψει τη γεωπολιτική συγκυρία σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.
Μήνυμα Ερντογάν προς το ΝΑΤΟ: Ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας και αιχμές για το Ισραήλ
Με φόντο τον πόλεμο στην Ουκρανία, την αστάθεια στη Μέση Ανατολή και την προσπάθεια της Ευρώπης να ενισχύσει την αμυντική της αυτονομία, η Άγκυρα επιχειρεί να επαναφέρει στο τραπέζι μια σειρά από πάγια αιτήματα, διεκδικώντας ανταλλάγματα τόσο από τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η τουρκική ηγεσία εκτιμά ότι η αυξημένη στρατηγική σημασία της χώρας, η ισχυρή παρουσία της στο ΝΑΤΟ και η ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα νέο κύκλο γεωπολιτικών παζαριών. Στόχος είναι η αναβάθμιση του διεθνούς ρόλου της Τουρκίας, η διεύρυνση της συμμετοχής της στα ευρωπαϊκά αμυντικά σχήματα και η επανεκκίνηση της αμυντικής συνεργασίας με την Ουάσιγκτον.
Η επικείμενη Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ αποτελεί για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κάτι πολύ περισσότερο από μία ακόμη συνάντηση των ηγετών της Συμμαχίας. Η τουρκική ηγεσία τη θεωρεί μια σημαντική ευκαιρία να επαναφέρει την Άγκυρα στο επίκεντρο των δυτικών στρατηγικών σχεδιασμών, αξιοποιώντας το ασταθές διεθνές περιβάλλον για να αποσπάσει πολιτικά, στρατηγικά και οικονομικά ανταλλάγματα τόσο από τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σε μια περίοδο όπου ο πόλεμος στην Ουκρανία, η κρίση στη Μέση Ανατολή και η αναζήτηση μεγαλύτερης ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας αναδιαμορφώνουν τις ισορροπίες ασφαλείας, η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει τον κομβικό της ρόλο στο ΝΑΤΟ σε ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί. Προβάλλει τη γεωγραφική της θέση, τις στρατιωτικές της δυνατότητες και τη ραγδαία ανάπτυξη της αμυντικής της βιομηχανίας ως στοιχεία που την καθιστούν αναντικατάστατο παράγοντα για την ευρωατλαντική ασφάλεια.
Η Τουρκία «πουλά» τη γεωπολιτική της αξία
Το μήνυμα του Τούρκου προέδρου προς τους συμμάχους ήταν σαφές ήδη από την ομιλία του ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του ΝΑΤΟ, λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υποστήριξε ότι η συμβολή της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή ασφάλεια δεν αναγνωρίζεται επαρκώς, ζήτησε την άρση των περιορισμών στην αμυντική συνεργασία και κάλεσε στη δημιουργία ενός ενιαίου πλέγματος ασφάλειας που θα εκτείνεται «από το Τέξας έως την Άγκυρα».
Πρόκειται για μια ρητορική που εντάσσεται στη σταθερή στρατηγική της τουρκικής διπλωματίας: να παρουσιάσει την Τουρκία ως χώρα χωρίς την οποία η Δύση δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις σύγχρονες γεωπολιτικές απειλές.
Παράλληλα, η Άγκυρα αξιοποιεί τη Σύνοδο για να προβάλει τις δυνατότητες της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, επιδιώκοντας μεγαλύτερη συμμετοχή των τουρκικών εταιρειών στις δυτικές αλυσίδες παραγωγής αμυντικού εξοπλισμού.
Το μεγάλο στοίχημα είναι η ευρωπαϊκή άμυνα
Κεντρικός στόχος της τουρκικής στρατηγικής είναι η συμμετοχή στη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική άμυνας.
Η Άγκυρα επιδιώκει να αποκτήσει πρόσβαση στα ευρωπαϊκά εξοπλιστικά προγράμματα και στα χρηματοδοτικά εργαλεία που δημιουργούνται για την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας της Ευρώπης. Για την τουρκική ηγεσία, μια τέτοια εξέλιξη δεν θα έχει μόνο οικονομικά οφέλη, αλλά θα σηματοδοτεί και την πολιτική αναγνώριση της Τουρκίας ως βασικού εταίρου στον σχεδιασμό της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Η τουρκική εκτίμηση είναι ότι η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα περισσότερο από ποτέ αντιμέτωπη με αυξημένες ανάγκες εξοπλισμών, περιορισμένη παραγωγική δυνατότητα και αβεβαιότητα για τη μελλοντική αμερικανική στρατιωτική στήριξη. Σύμφωνα με αναλυτές, αυτή ακριβώς τη συγκυρία επιχειρεί να αξιοποιήσει ο Ερντογάν, παρουσιάζοντας την Τουρκία ως μέρος της λύσης.
Νέο παζάρι με την Ουάσιγκτον
Παράλληλα, ο Τούρκος πρόεδρος επιδιώκει να αξιοποιήσει το θετικό κλίμα που έχει διαμορφωθεί στις σχέσεις του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Η πιθανή προώθηση της πώλησης κινητήρων F110 για το τουρκικό μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN ερμηνεύεται από την Άγκυρα ως ένδειξη σταδιακής αποκατάστασης της αμυντικής συνεργασίας με την Ουάσιγκτον.
Ωστόσο, ο στρατηγικός στόχος παραμένει η επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα όσο παραμένουν σε ισχύ οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν μετά την αγορά των ρωσικών S-400 και όσο εξακολουθούν να υπάρχουν ισχυρές αντιδράσεις στο αμερικανικό Κογκρέσο και στο Ισραήλ.
Παρά τα εμπόδια, η τουρκική πλευρά θεωρεί ότι οι σημερινές γεωπολιτικές συνθήκες επιτρέπουν την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων.
Οι «κόκκινες γραμμές» Αθήνας και Λευκωσίας
Η προσπάθεια της Άγκυρας να αναβαθμίσει τον ρόλο της δεν περνά απαρατήρητη στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Από τη μία πλευρά, οι Ευρωπαίοι αναγνωρίζουν τον κρίσιμο ρόλο της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, στη διαχείριση του μεταναστευτικού και στην περιφερειακή ασφάλεια. Από την άλλη, εξακολουθούν να εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για την κατάσταση του κράτους δικαίου, τις δημοκρατικές ελευθερίες και τις ελληνοτουρκικές και ευρωτουρκικές εκκρεμότητες.
Η Άγκυρα επιχειρεί να αποσυνδέσει τα ζητήματα αυτά από τη συνεργασία στον τομέα της άμυνας, προωθώντας ένα μοντέλο συνεργασίας «à la carte», το οποίο θα της επιτρέπει να απολαμβάνει τα οφέλη της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας χωρίς να αναλαμβάνει τις πολιτικές δεσμεύσεις που συνοδεύουν την ενταξιακή πορεία.
Απέναντι σε αυτή την προσέγγιση, Αθήνα και Λευκωσία επιμένουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει θεσμική αναβάθμιση της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή άμυνα χωρίς ουσιαστική αλλαγή της συμπεριφοράς της.
Η Ελλάδα υπογραμμίζει ότι η συμμετοχή της Άγκυρας στα ευρωπαϊκά αμυντικά εργαλεία δεν μπορεί να προχωρήσει όσο παραμένει σε ισχύ το casus belli, συνεχίζονται οι αμφισβητήσεις ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο και διατηρείται η αναθεωρητική ρητορική.
Αντίστοιχα, η Κυπριακή Δημοκρατία θεωρεί ότι οποιαδήποτε περαιτέρω θεσμική συνεργασία προϋποθέτει την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία και την εγκατάλειψη της πολιτικής των δύο κρατών στο Κυπριακό.
Για Αθήνα και Λευκωσία, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός παράκαμψης των θεμελιωδών αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε ως εργαλείο νομιμοποίησης των αναθεωρητικών επιδιώξεων της Άγκυρας.







Μ.Η.Τ. 242183